Δύο σημαντικά γεγονότα διαδραματίστηκαν πριν την καθοριστικής σημασίας αναμέτρηση στον κόλπο του Ναβαρίνου που έμελλε να συμβάλλει στην σταδιακή επίλυση της ελληνικής Επανάστασης μέχρι την εδραίωση της καποδιστριακής περιόδου.Από τη μία στις 4 Απριλίου 1826 υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Πετρουπόλεως, το πρώτο επίσημο έγγραφο που αναγνώριζε την πολιτική ύπαρξη των επαναστατημένων ελληνικών επαρχιών. Με βάση το Πρωτόκολλο οι δύο χώρες, η Αγγλία και η Ρωσία θα τελούσαν υπέρ της δημιουργίας φόρου υποτελούς στην Πύλη ελληνικού κράτους και το σπουδαιότερο, εάν το σχέδιο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό από το σουλτάνο, τότε οι δύο χώρες θα επιτρεπόταν να επέμβουν.Από την άλλη το Πρωτόκολλο της Πετρουπόλεως οδήγησε στην Ιουλιανή Συνθήκη του επόμενου έτους στις 6 Ιουλίου 1827 με εμφανή την αδιαλλαξία της Πύλης και την αποστολή ισχυρής ναυτικής μοίρας της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Αγγλίας λόρδος Ντάρντλει, της Γαλλίας πρίγκιπας Πολινιάκ και της Ρωσίας πρίγκιπας Λίβεν υπόγραψαν κείμενο συνθήκης  παρόμοιο με εκείνο του Πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1827 ο αγγλικός στόλος υπό το ναύαρχο Κόδριγκτον κατέφτασε στον κόλπο Ναβαρίνο όπου βρήκε προσορμισμένο τον οθωμανικό και αιγυπτιακό στόλο. Ο άγγλος στόλαρχος ανακοίνωσε  στον Ταχήρ πασά , αρχηγό του οθωμανο-αιγυπτιακού στόλου, αντίγραφο της Συνθήκης του Λονδίνου διαβεβαιώνοντας τον ότι θα εμποδίσει οποιαδήποτε μεταφορά πολεμικού υλικού και στρατού στην ξηρά και στην περίπτωση που θα εκδήλωνε επιθετική ενέργεια ,θα δεχόταν αντίποινα. Ο Γάλλος αντιναύαρχος Δεριγνύ, αρχηγός της γαλλικής μοίρας που είχε καταπλεύσει εκεί, είχε προβεί σε παρόμοιες προειδοποιήσεις στον Ιμπραήμ πασά στο Νιόκαστρο. Όταν ο Ιμπραήμ πασάς συναντήθηκε με τους δύο ναυάρχους στις 13 Σεπτεμβρίου, τούς κοινοποίησε ότι είχε διαταγές να καταπνίξει την ελληνική εξέγερση.Υπό την παρουσία των ευρωπαϊκών στόλων,ο Ιμπραήμ  θα πρέπει να θορυβήθηκε διότι σε επιστολή προς τον αιγύπτιο επιτετραμμένο στην Πύλη καταμαρτυρούσε τη σίγουρη επιβολή έστω και δια της βίας των αποφάσεων της Ιουλιανής συνθήκης και τη συντριβή του στρατού και του στόλου του. Τον κίνδυνο είχε αντιληφθεί και ο ίδιος ο Μωχάμετ Άλη, ο οποίος επιχείρησε να βρει μια συμβιβαστική λύση προς αποφυγή προβλεπόμενης καταστροφής χωρίς να αθετήσει τις συμφωνίες με τον σουλτάνο.Η Πύλη έδειξε και σε αυτή την περίπτωση τη γνωστή αδιαλλαξία.

Ο Κόδριγκτον εξάλλου δεν περιορίστηκε σε φραστικές απειλές όταν άνοιξε πυρ εναντίον μοίρας του οθωμανο-αιγυπτιακού στόλου υπό τον καπουντάν πασά Ταχήρ, η οποία προσπάθησε στις 22 Σεπτεμβρίου να διαφύγει και εναντίον μιας άλλης μοίρας υπό τον Ιμπραήμ και να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στις 24 Σεπτεμβρίου στο Ναβαρίνο. Στα τέλη Σεπτεμβρίου κατέπλευσε στο Ναβαρίνο και ο ρωσικός στόλος υπό τον ολλανδικής καταγωγής Ρώσο υποναύαρχο, κόμη Χέυδεν. Η διορία που είχε δοθεί στον Ιμπραήμ για να απαντήσει έληξε στις 3 Οκτωβρίου. Στις 6 Οκτωβρίου οι τρεις ναύαρχοι έχοντας πληροφορίες για τις αλλεπάλληλες καταστροφικές δραστηριότητες του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, του προμήνυσαν να σταματήσει τις εχθρικές ενέργειες για να αποφύγει τις άμεσες συνέπειες μιας άρνησης ή μιας υπεκφυγής. Τελικά αποφάσισαν να εισέλθουν στο λιμάνι και να ασκήσουν πίεση από εκεί. Ωστόσο, ένα ασήμαντο γεγονός οδήγησε σε μία σύγκρουση χωρίς να έχει αποφασιστεί εκ των προτέρων. Ο Άγγλος πλοίαρχος Φέλοους, καπετάνιος του πολεμικού πλοίου Ντόρτμουθ είχε τοποθετήσει το πλοίο του στο στόμιο του λιμανιού για να ελέγχει τα επίφοβα τουρκικά πυρπολικά που ήταν αγκυροβολημένα στη Σφακτηρία. Όταν αντιλήφθηκε ότι τα πυρπολικά ετοιμάζονταν να κινηθούν έστειλε μια άκατο για να τους επιστήσει την προσοχή να αποσυρθούν στην ακτή.Η απάντηση δόθηκε με πυροβολισμούς εναντίον της ακάτου και με το άναμμα ενός από τα πυρπολικά. Ο Φέλοους έδωσε τότε διαταγή να κινηθεί μία δεύτερη άκατος για να απωθήσει το πυρπολικό. Οι Οθωμανοί απάντησαν με τον ίδιο τρόπο για να δεχτούν πλέον ομαδικά πυρά από τα κανόνια του Ντόρτμουθ. Την στιγμή εκείνη άνοιξε πυρ και η γαλλική ναυαρχίδα που περνούσε από το συγκεκριμένο μέρος πηγαίνοντας να καταλάβει την προκαθορισμένη θέση της στο δεξιό μέρος της παράταξης απέναντι στον αιγυπτιακό στόλο. Σε απάντηση μία αιγυπτιακή κορβέτα άνοιξε πυρ εναντίον του γαλλικού πλοίου. Πολύ γρήγορα η σύγκρουση γενικεύτηκε. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 έγινε η ναυμαχία στον κόλπο του Ναβαρίνου, όπου η μάχη διήρκεσε τέσσερις ώρες και όταν τελείωσε από τα 89 πλοία του οθωμανο-αιγυπτιακού στόλου επέπλεαν μόνο 29, όλα τους με σοβαρές ζημιές, 6.000-8.000 άνδρες είχαν σκοτωθεί. Οι ευρωπαϊκοί στόλοι δεν έχασαν κανένα πλοίο και οι έμψυχες απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες δεν ξεπέρασαν τους 650 άνδρες.

Μακροπρόθεσμα φάνηκε ξεκάθαρα ότι από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις εκείνη που ικανοποιήθηκε από την καταστροφή ήταν η Ρωσία. Η Γαλλία εκδήλωσε ανησυχία, η Αυστρία εξέλαβε την ναυμαχία ως το ξεκίνημα ενός γενικού χάους, ενώ στην Αγγλία επικράτησε αμηχανία εξαιτίας αυτού του ατυχούς και απρόσμενου συμβάντος. Η συντηρητική κυβέρνηση ξεκίνησε εκ των υστέρων να επιπλήττει την πολιτική του πρωθυπουργού της Κάνιγκ, ο οποίος είχε πεθάνει λίγο πριν τη ναυμαχία ενώ ύβρεις εξαπολύθηκαν και εναντίον του Κόδριγκτον για παράβαση εντολών. Τέλος, η Υψηλή Πύλη πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας με αισθήματα συντριβής και οργής για τους άπιστους Φράγκους. Οι μόνοι που πραγματικά αγκάλιασαν με ενθουσιασμό και ικανοποίηση το γεγονός ήταν εκείνοι που είδαν να παίρνει σάρκα και οστά το όραμα της ελευθερίας και δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, οι Έλληνες επαναστάτες. Έτσι η Ελληνική Επανάσταση,μετά από επτά περίπου χρόνια σκληρών συγκρούσεων με τις δυνάμεις της Υψηλής Πύλης και του Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου και εμφύλιων συγκρούσεων, πέτυχε να αντέξει και να εισέλθει στην τελευταία φάση της, την καποδιστριακή. Στο διάστημα που θα επακολουθήσει οι επαναστάτες θα κινητοποιηθούν αφενός για να επεκτείνουν τόσο με στρατιωτικές όσο και με διπλωματικές δυνάμεις τα όρια της εδαφικής επικράτειας και αφετέρου για να επανέλθουν σε λειτουργία η διοίκηση και οι θεσμοί οι οποίοι είχαν εξασθενήσει  από την επιθετική δραστηριότητα των Οθωμανών και των Αιγυπτίων αλλά και από τους εμφύλιους πολέμους.

Πηγές-Βιβλιογραφία:

Πέτρος Πιζάνιας, Η Ιστορία των Νέων Ελλήνων από το 1400 έως το 1820, βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2015.

Στέφανος Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο έθνος, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862,εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2005.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ’, σ. 468.

Σπηλιάδης Ν., Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Το κείμενο είναι της Άννας Σπυροπούλου.

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *