Η λέξη κοτζάμπασης είναι τούρκικη από το Koca = άνδρας, γέροντας και bas = κεφάλι, πρώτος και σημαίνει τον επικεφαλής προεστό (προύχοντα ή δημογέροντα) μιας κοινότητας.

Σε αντίθεση με τον ένοπλο αρματολό που συναντιέται στην περιοχή της Ρούμελης, το πρότυπο του κοτζαμπάση απαντάται στην καλύτερη εκδοχή του στην οθωμανική Πελοπόννησο ( Mora, Moριάς), ένα εγιαλέτι, το οποίο διατήρησε τη συνοχή του έως και την τελευταία περίοδο πριν από την Επανάσταση. Η Πελοπόννησος εντάχθηκε στην Οθωμανική επικράτεια το 1460. Διατηρήθηκε ως οθωμανική επαρχία μέχρι το 1689, χρονιά που καταλήφθηκε από τους Βενετούς του Φρ. Μοροζίνι. Η βενετική κατοχή, διαρκείας 26 χρόνων, καταλύθηκε μετά από μάχες διαρκείας 110 ημερών, το Σεπτέμβριο του 1715, όταν ο προβλεπτής Φ. Μπαντοέρ παρέδωσε το τελευταίο βενετικό έρεισμα, το οχυρό της Μονεμβασίας, στους Οθωμανούς του μεγάλου βεζίρη Αλή Κιουμουρτζή πασά. Πέραν της αναμφισβήτητης στρατιωτικής υπεροχής, ο κυριότερος λόγος που επιτάχυνε την ανακατάληψη της περιοχής ήταν και η στάση του ντόπιου χριστιανικού στοιχείου το οποίο έδειξε τη συμπάθεια προς το οθωμανικό στρατόπεδο. Όπως σημειώνει ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα Απομνημονεύματα του, οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου παρουσιάστηκαν οικειοθελώς στον Οθωμανό διοικητή και τον ενθάρρυναν να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο για να την κυριεύσει. Ως αντάλλαγμα για την πίστη και την συνδρομή τους ζήτησαν δικαιώματα αυτοδιοίκησης .

Ο Οθωμανός πασάς τήρησε την υπόσχεσή του. Η περιοχή της Πελοποννήσου λόγω της εκούσιας υποταγής, προικοδοτήθηκε με ορισμένα προνόμια: οι χριστιανοί είχαν την δυνατότητα εγγείου ιδιοκτησίας, εξασφάλισαν ελαφρύτερη σχετικά φορολογία και απέκτησαν το δικαίωμα αυτοδιοίκησης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η απαγόρευση της γαιοκτησίας για όλους ανεξαιρέτως τους υπηκόους της Πύλης (μουσουλμάνους, χριστιανούς,  εβραίους) ένα από τα βασικά στοιχεία του οθωμανικού συστήματος ,  είχε σταματήσει να ισχύει μετά την αποδυνάμωση του συστήματος γαιοχρησίας και την επικράτηση των τσιφλικιών. Αυτές οι ξεχωριστές συνθήκες συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη της κοινοτικής διοίκησης στην Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα οι χριστιανοί πρόκριτοι να διατηρήσουν και συνάμα να μεγαλώσουν τις γαιοκτησίες τους και ν ισχυροποιήσουν την δύναμη τους. Η Πελοπόννησος αποτέλεσε αυτόνομο εγιαλέτι υπό την ηγεσία ενός υψηλόβαθμου πασά που έφερε τον τίτλο του βαλή της Πελοποννήσου (Μόρα βαλεσί), είχε έδρα την Τριπολιτσά και λογοδοτούσε  απευθείας στον μεγάλο βεζίρη. Ως επικεφαλής του πασαλικιού διέθετε κεντρικό διοικητικό μηχανισμό τον οποίο στελέχωναν διάφοροι αξιωματούχοι, σημαντικότεροι από τους οποίους ήταν ο κεχαγιάμπεης, ο ρεϊζ εφέντης, ο δεφτερδάρης, ο μουκαπελετζής, ο χαζναδάρης ο νισαντζής, ο ντιβάν εφέντης, ο μουχουρδάρης, και ο δραγουμάνος. Η τελευταία θέση ανήκε σε χριστιανό ο οποίος διοριζόταν από την Υψηλή Πύλη ύστερα από πρόταση των τοπικών προυχόντων. Η χριστιανική συμμετοχή στην κεντρική διοίκηση συμπληρωνόταν με δύο εκπροσώπους των κοτζαμπάσηδων του πασαλικιού, των οποίων η εκλογή επιβεβαιωνόταν με σουλτανικό φιρμάνι. Αυτοί μαζί με τον δραγουμάνο και δύο εκπροσώπους του μουσουλμανικού στοιχείου συμμετείχαν σε ένα συμβούλιο, μεγάλης βαρύτητας για τους χριστιανούς το οποίο συνέδεε την τοπική με την κεντρική διοίκηση. Δύο φορές τον χρόνο οι εκπρόσωποι των χριστιανών κοτζαμπάσηδων στην πρωτεύουσα, συγκαλούσαν συνέλευση όπου συμμετείχε το σύνολο των επαρχιακών προεστών. Μέλημα τους ήταν να εξετάσουν όλα τα προβλήματα των επαρχιών, ενημερώνονταν για τις αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης και αποφάσιζαν το ύψος της φορολογίας .

Το εγιαλέτι χωρίστηκε σε 24 επαρχιακά διαμερίσματα που ονομάζονταν βιλαέτια ή καζάδες (βιλαέτι είναι η διοικητική ονομασία του διαμερίσματος και καζάς η δικαστική).Την διοίκηση των επαρχιακών διαμερισμάτων, με γαίες που ανήκαν σε ντόπιες οικογένειες ασκούσαν τοπικοί ισχυροί αγάδες. Στα διαμερίσματα που οι γαίες είχαν χορηγηθεί σε μη ντόπιους (κεντρικούς αξιωματούχους ευνοούμενους ή συγγενείς του σουλτάνου) τη διοίκηση την ασκούσαν οι βοεβόδες. Σε επαρχιακό επίπεδο η χριστιανική συμμετοχή στην διοίκηση εκφραζόταν με τους κοτζαμπάσηδες που τους εξέλεγαν με απόλυτη πλειοψηφία οι δημογέροντες των κοινοτήτων της επαρχίας και την εκλογή τους επικροτούσε ο πασάς της Πελοποννήσου. Έτσι οι επαρχιακοί προύχοντες εκπροσωπούσαν την επαρχία τους στο γενικό συμβουλίου του εγιαλετιού, ήταν υπεύθυνοι για την εφαρμογή των εντολών της κεντρικής και της επαρχιακής Οθωμανικής διοίκησης προωθούσαν τα αιτήματα και συγκέντρωναν τις φορολογικές προσόδους. Τέλος, τα επαρχιακά διαμερίσματα σε επίπεδο αυτοδιοίκησης είχαν διαιρεθεί σε κοινότητες.Τις κοινότητες τις διοικούσαν οι τοπικοί προύχοντες.

Στην ελληνο-χριστιανική αυτοδιοικητική ελίτ θα πρέπει να συμπληρώσουμε μία άλλη κοινωνική κατηγορία, τους οικοκυραίους-πλοιοκτήτες, των νησιών  που αποτελούσαν την άρχουσα ομάδα μπροστά από τους πλοιάρχους και τους ναύτες. Αυτοί ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους ομολόγους τους της ηπειρωτικής χώρας με την διαφορά ότι ο πλούτος και η δύναμή  τους απέρρεε από το ναυτικό εμπόριο. Οι ισχυρότεροι και γνωστότεροι ήταν οι πρόκριτοι της Ύδρας και των Σπετσών και κατά δεύτερο λόγο των Ψαρών. Οι τρεις αυτές ναυτικές κοινότητες ήταν εκείνες που διέθεταν τα εξοπλισμένα εμπορικά πλοία, τους έμπειρους από τις συγκρούσεις με τους πειρατές, καπετάνιους και ναύτες, καθώς και μεγάλα χρηματικά ποσά, και δημιούργησαν τον τρινήσιον στόλον, το πολεμικό ναυτικό της Επανάστασης. Οι ναυτικές επαναστατικές δυνάμεις των νησιών αποτέλεσαν μία ισχυρή και αποτελεσματική οπλική δύναμη, η οποία αντιπαρατάχθηκε στο οθωμανικό ναυτικό και συνέβαλε τα μέγιστα στην τελική έκβαση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Βιβλιογραφία-Πηγές:

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα,Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα.Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821)

Κανέλλος Δεληγιάννης,Απομνημονεύματα

Νικόλαος Μοσχοβάκης,Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας

Μιχαήλ Σακελλαρίου,Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, 1715-1821

Το κείμενο είναι της Άννας Σπυροπούλου.

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *