Κλέφτες

Από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης, εξαιτίας των νέων εξουσιαστικών σχέσεων και του νέου κοινωνικού και πολιτικού status, πολλά άτομα αναγκάστηκαν ή ωθήθηκαν για διάφορους λόγους να αποστατήσουν από την οθωμανική νομιμότητα και να καταφύγουν στο βουνό. Αυτοί έγιναν γνωστοί με διάφορες προσωνυμίες, όπως χαίνηδες, χαραμήδες κ.α. αλλά κυρίως ως κλέφτες.

Το βουνό, ο ορεινός χώρος ήταν ο προνομιακός τόπος διαβίωσης και διαφυγής των κλεφτών. Η οθωμανική εξουσία, με πρώτο μέλημα την τήρηση της ευταξίας στα περισσότερα προσοδοφόρα πεδινά δεν καταπιάστηκε με τον ορεινό χώρο εξαιτίας και των γεωφυσικών δυσχερειών και λόγω ασύμφορης διαδικασίας μίας μόνιμης επιβολής της κρατικής εξουσίας. Εξάλλου η μοναδική αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα, η κτηνοτροφία, ήταν νομαδική γεγονός που καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την κανονική της φορολόγηση. Αυτό παρείχε τη δυνατότητα να δημιουργηθεί παράλληλα με την επίσημη εξουσία του κάμπο, μία δεύτερη ανεπίσημη, του βουνού η οποία λειτουργούσε κάτω από την ανοχή της πρώτης. Οι κλέφτες οργανώνονταν σε μικρές ομάδες ,γνωστές ως νταιφάδες ή μπουλούκια,12-15 ατόμων κάτω από την ηγεσία του πρωτοκλέφτη που έφερε τον τίτλο του καπετάνιου.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μετά η δράση τους ωραιοποιήθηκε ενώ αποσιωπήθηκαν μερικές ασυμπαθείς τους δραστηριότητες. Πιο συγκεκριμένα, οι κλέφτες ήταν επαγγελματίες ληστές ,με συνηθισμένα θύματα τους χωρικούς και τους ταξιδιώτες. Διαβιούσαν από τρόφιμα και είδη ρουχισμού που περισυνέλεγαν από τους ανυποψίαστους χωρικούς. Εκτός των χωρικών μία δεύτερη ομάδα που αποτελούσε στόχο των κλεφτών ήταν οι ταξιδιώτες- έμποροι, περιηγητές τους οποίους αιχμαλώτιζαν, βασάνιζαν και σε ζητούσαν λύτρα για την απελευθέρωσή τους.

Οι χριστιανοί κλέφτες λοιπόν αποτελούσαν μία διαρκή απειλή για τους χωρικούς, καθώς η δράση τους δυσχέραινε ακόμα περισσότερο την ζωή τους σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη απαίτηση των φορέων της νόμιμης εξουσίας. Επιπρόσθετα, οι ένοπλοι αυτοί δεν ήταν οπωσδήποτε, όπως είναι διαδεδομένο και αποδεκτό οι προστάτες του φτωχού αγρότη απέναντι στις ατασθαλίες της οθωμανικής διοίκησης. Ο χωρικός ο υποταγμένος σε χριστιανούς κοτζαμπάσηδες και μουσουλμάνους αγάδες, δίχως περιουσία και τιμή, άνευ όπλων και ανυπεράσπιστος, συγκροτούσε το πιο απωθητικό πρότυπο για τους περήφανους, αρειμάνιους, ένοπλους και ελεύθερους κλέφτες. Έτσι, οι τελευταίοι δεν επιθυμούσαν   λοιπόν σε καμία περίπτωση, επειδή στην συντριπτική τους πλειοψηφία προέρχονταν από αγροτικά στρώματα ,να υπεισέλθουν στην κατηγορία των σκληρά εργαζομένων και καταπιεσμένων ανθρώπων. Είναι ενδεικτικό ότι μία από τις πιο συνηθισμένες και προσβλητικές ύβρεις του κλέφτικου λεξιλογίου ήταν ο χαρακτηρισμός κάποιου ως χωργιάτη ή ακόμη πιο έντονα παλιοχωργιάτη.

Παρόλα αυτά στα δημοτικά-κλέφτικα τραγούδια ,εξυμνήθηκαν και εξιδανικεύτηκε η ζωή και δράση των ενόπλων ορεινών. Και τούτο διότι, ο κλέφτης αν και επικίνδυνος, συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά της τόλμης, γενναιότητας και κυρίως του ύψιστου αγαθού της ελευθερίας. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις κλεφτοκαπετάνιων μεγάλης ακτινοβολίας η δράση τους επεκτάθηκε σε επιδρομές εναντίον χωριών και έκαναν συστηματικές  επιθέσεις σε εμπορικά καραβάνια και σε δερβένια(στενά περάσματα, φαράγγια).Οι επιλογές της οθωμανικής εξουσίας ήταν δύο ή να τους εξοντώσει ή να τους προσεταιριστεί.

Αρματολοί

Οι ένοπλοι τους οποίους εναγκαλιζόταν η οθωμανική εξουσία γίνονταν αρματoλοί. Η διαδικασία ξεκινούσε με την αμνήστευση που αποτελούσε σημείο επαναφοράς στη νομιμότητα και προϋπέθετε την τήρηση της τάξης σε ορεινές περιοχές (αρματολίκια) ή της φύλαξης ορεινών περασμάτων, όπως δερβένια(ή και τα δύο).Οι Οθωμανοί δηλαδή εμπιστεύονταν στους μετανοημένους κλεφτοκαπετάνιους την περιφρούρηση των περιοχών από τη ληστρική δράση παλαιών ομάδων.

Κατά βάση η ανάληψη του αξιώματος του αρματολού είχε ως βασική προϋπόθεση την αποδοχή και υποταγή στην Οθωμανική εξουσία. Οι πρώην κλέφτες γίνονταν προσκυνημένοι. Οι κλέφτες και οι αρματολοί συγκροτούσαν μία τάξη ενόπλων με κοινή προέλευση και εναλλασσόμενους ρόλους από την παρανομία στη νομιμότητα. Η χαρακτηριστική ευκολία της αλλαγής των ρόλων (από κλέφτης αρματολός και από αρματολός κλέφτης) ενισχύει την άποψη ότι οι ένοπλοι αυτοί έβγαιναν από τα πλαίσια της οθωμανικής νομιμότητας όχι γιατί επιδίωκαν ανατροπή υφιστάμενων κοινωνικοπολιτικών δομών αλλά για εξυπηρέτηση της δικής τους ατομικής θέσης. Όποτε λοιπόν τούς παρεχόταν ευκαιρία να επανενταχθούν στη νόμιμη κοινωνία με όρους που έκριναν ευνοικούς, το έκαναν με μεγάλη άνεση και ευκολία. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η κατοχή όπλων και η άσκηση στρατιωτικού επαγγέλματος δεν επιτρεπόταν στους χριστιανούς ραγιάδες. Γι’αυτό η λειτουργία των χριστιανών αρματολών θα μπορούσε να αποτελέσει παρέκκλιση από το ισλαμικό δίκαιο.

Οι πρόγονοι των αρματολών, σύμφωνα με τις πηγές εμφανίζονται στην εποχή του Μουράτ Α’ και του διαδόχου Μπαγεζίτ Α’, δηλαδή έναν αιώνα πριν την άλωση της Πόλης και ήταν οι χριστιανοί πολεμιστές που συμμετείχαν στο πλευρό των Οθωμανών ως υποτελείς σύμμαχοι. Στον ιστορικό ελληνικό χώρο το αρματολικό φαινόμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Άγραφα. Πρόκειται για μια ορεινή και δύσβατη περιοχή της οποίας οι κάτοικοι (Σαρακατσάνοι, Βλάχοι και Αρβανίτες) συγκεντρώνονταν σε 52 χωριά. Η γεωμορφολογική διαμόρφωση του εδάφους καθιστούσε επομένως,οικονομικά ασύμφορη τη μόνιμη επιβολή οθωμανικής εξουσίας. Έτσι αυτό επέτρεπε τη δημιουργία ενός καθεστώτος αυτονομίας ,του οποίου η διαχείριση ανήκε στους αρματολούς.

Από τα  Άγραφα,το αρματολικό φαινόμενο επεκτάθηκε σε όλο τον ορεινό ελληνικό χώρο. Εκεί όμως που κυριάρχησε έντονα η παρουσία του ήταν η περιοχή της Ρούμελης ( Στερεάς Ελλάδας) και ιδιαίτερα το κεντρικό και δυτικό της τμήμα.

Το διαμορφωμένο αρματολίκι ήταν μία μικρογραφία της ορεινής ζωής με μία οικονομία υποστηριζόμενη από τα έσοδα της κτηνοτροφίας κυρίως και κατά δεύτερο λόγο από την γεωργική παραγωγή αλλά και με τη δική του διοίκηση. Αυτός λοιπόν ο ένοπλος κόσμος είχε στην κορυφή του τον καπετάνιο-αρματολό. Ο καπετάνιος -αρματολός λειτουργούσε ως απόλυτος άρχοντας ,όριζε το

διάδοχό του ο οποίος ανήκε στην ομάδα των συγγενών του. Όμως αυτή η οικογενειοκρατική επιλογή δεν γινόταν λόγω εθίμου πρωτοτοκίας ή μεταξύ στενών συγγενών αλλά πάντα με αξιοκρατικά κριτήρια. Το αρματολίκι ήταν βέβαια εκτεθειμένο στις επεκτατικές βλέψεις άλλων αρματολών ή ισχυρών καπετάνιων χωρίς αρματολίκι. Οι μάχες για απόκτηση, διατήρηση ή επέκταση του αρματολικού ήταν σκληρές χωρίς όρους,γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την αξιοκρατική επιλογή ηγεσίας. Έτσι οι ικανότεροι σε τόλμη και σε πολιτική παρουσία υπερίσχυαν.

Ισχυρές ιστορικές οικογένειες αρματολών εκμηδενίστηκαν λόγω απουσίας ικανών διαδόχων ενώ άλλες υπό την ηγεσία επιδέξιων ανδρών διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τα αρματολίκια τους. Ο επιτυχημένος καπετάνιος αποτελούσε μία σημαντική στρατιωτική και πολιτική προσωπικότητα και διακεκριμένο μέλος της ελληνο-χριστιανικής ελίτ στα πλαίσια της οθωμανικής κοινωνίας. Επρόκειτο δηλαδή για μία πολυσύνθετη προσωπικότητα ,έναν γνήσιο άρχοντα των βουνών που συγκέντρωνε στα χέρια του και ασκούσε με αδιαπραγμάτευτο τη στρατιωτική, τη πολιτική ,την οικονομική και τη διακστική εξουσία στο γεωγραφικό που κάλυπτε το αρματολίκι.

Κάποι

Ο αρματολισμός δεν κατόρθωσε να ευδοκιμήσει στην Πελοπόννησο. Εκεί υπήρχε μία σημαντική παρουσία κλεφτών. Οι κλέφτες όμως κυνηγήθηκαν ανελέητα μετά την καταστολή του κινήματος των Ορλωφικών και είτε εξοντώθηκαν είτε κατέφυγαν σε εκτός οθωμανικής εξουσίας περιοχές.

Επιπρόσθετα στην Πελοπόννησο οι ένοπλοι ποτέ δεν πέτυχαν να αναλάβουν την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των ελληνο-χριστιανικών ομάδων, την οποία πάντοτε κατείχε μία άλλη ελίτ ,των προκρίτων-κοτζαμπάσηδων. Έτσι αντί των αρματολών συγκροτήθηκε μία άλλη κατηγορία ενόπλων οι κάποι. Η διαφορά από τους προηγούμενους ήταν ότι δεν ήταν επίσημοι οθωμανοί αξιωματούχοι αλλά οπλοφόροι που προστάτευαν τις γαιοκτησίες των ιδιωτών προεστών και γενικά τις περιουσίες από τους κλέφτες. Οι σημαντικότερες οικογένειες κάπων ήταν οι Κολοκοτρωναίοι, οι Δεληγιανναίοι, οι οι συγγενείς τους Πλαπουταίοι, οι Πετμεζάδες και οι Χονδρογιανναίοι κ.α.

 

Πηγές-Βιβλιογραφία:

Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων

D.Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας,1770-1923

Γ.Φίνλευ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως

Γιάννης Βλαχογιάννης, Οι κλέφτες του Μωριά

 

Το κείμενο είναι της Άννας Σπυροπούλου.

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *