Σε λένε νεκρό, μα εγώ σε λέω ήρωα,

στο χλωμό σου πρόσωπο ακόμα τη ρώμη διακρίνω.

Στο ακίνητο σώμα σου ακόμα όπλα βλέπω να κρατείς,

ακόμα ιαχές πολέμου να μοιράζεις.

Πρέπει να φύγουν από την πατρίδα οι εχθροί,

για αυτό δίχως σκέψη τη ζωή σου την ίδια θυσιάζεις.

Ο θάνατος ίδια μοίρα σε όλους στη ζωή αυτή,

ηττημένοι και νικητές στο ίδιο βάθρο και τη γη.

Και αν εχθρός σου εγώ είμαι στη μάχη αυτή και στη ζωή,

σαν άνδρας και αρχηγός, την ώρα του θανάτου αποδίδω σε σένανε τιμή.

Σε λένε νεκρό, μα εγώ σε λέω ακόμα ζωντανό,

διότι και ο θάνατος ο ίδιος φοβήθηκε να λαβώσει το κορμί σου.

Ακόμα και το κεφάλι σου απομακρυσμένο από το σώμα δεν μπορεί

να με κάνει να μην ακούω τη φωνή σου.

Το ρωμαλέο σου κορμί,              

είτε με πνοή είτε όχι, δύναμη πιότερη και από ζωντανού την έχει.

Είναι η αγάπη, η λύσσα, η θυσία για την  λευτεριά και την Πατρίδα τόσο ιερή,

που την καρδιά ακόμα και έξω από το σώμα κάνει να χτυπά και να αντέχει.

Με δέος και σέβας,

ταπεινά τα σέβη μου εκφράζω.

Στο άψυχο σου βλέμμα αναρριγώ,

βαθιά θρηνώ και με δυνατή φωνή σπαράζω.

Το ξέρω, πως εχθρός παντοτινός είμαι για εσένα,

όποιος την Πατρίδα σου πολεμά ποτέ δε βλέπεις με αγάπη.

Όμως, το θαυμασμό μου αισθάνομαι και έχω την ανάγκη

να τον εκφράσω, διότι εκατό άνδρες δικοί μου,

μπροστά σε ενός ανδρός την τόλμη μικροί φάνηκαν; αδύναμοι όλοι δαύτοι.

Είναι η αγάπη για την Πατρίδα ανώτερη από τη ζωή σου,

για αυτό και δε σε μέλλει να χαθείς.

Η μόνη θλίψη είναι ότι ηττήθηκες από το όπλο του εχθρού,

εσύ που ιερέας και άνθρωπος ήθελες να βγεις θαρραλέος νικητής.

Η μόνη θλίψη που σε κάνει απαρηγόρητο

πως δεν μπόρεσες τον εχθρό να τον κατατροπώσεις,

μα τα έδωσες όλα, σώμα, ψυχή, καρδιά και ύπαρξη;

τι άλλο πια θα έμενε στην ιερή σου την Πατρίδα να αφιερώσεις;

Μπροστά στο μεγαλείο σου λεβέντη,

ταπεινά τα σέβη μου υποβάλλω.

Διότι την ανδρεία την πραγματική την αναγνωρίζεις,

όσα λόγια και να πω δεν υπερβάλλω.

Στο πρόσωπό σου που άρχισε να παγώνει,

ακόμα διακρίνω της ιαχής εκείνη την κραυγή.

Λίγο που του εχθρού το όπλο σε χτυπήσει

και βρεθείς πεσμένος καταγής.

Μπροστά στη ρώμη και το σθένος

την αυταπάρνηση και την τόλμη,

κάτι πρέπει να σου δώσω ταπεινά.

Αγγίζω το μάγουλό σου μα εκείνο δεν αντιδρά,

το αγγίζει ο εχθρός  της Πατρίδας; να το αντέξει πώς μπορεί;

Και σαν ύστατη πράξη σεβασμού,

επίτρεψέ μου, λεβέντη, να σου δώσω ένα φιλί.

 

Το Ποιήμα είναι της Μαρίας Σκαμπαρδώνη, Ποιήτριας-Δημοσιογράφου.

 

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων της στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.