Από τη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία μέχρι και σήμερα, η παιδεία αποτελεί κεντρικό σημείο διαλόγου και αντιπαραθέσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση μένει πιστή στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο απαιτεί μειωμένη κρατική παρέμβαση και ενίσχυση της παρουσίας του ιδιωτικού τομέα στον χώρο της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα την υπονόμευση του δημοσίου συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε καιρό πανδημίας και την ενίσχυση της θέσης των κολεγίων, άρα του ιδιωτικού τομέα αναπόφευκτα. Παράλληλα, κρίνει ότι με την είσοδο της αστυνομίας στα πανεπιστήμια και με την «τιμωρητέα» επιβολή στις πλάτες των φοιτητών και φοιτητριών του ν+2, ξαφνικά με έναν μαγικό τρόπο, θα λύσει τα προβλήματα που υπάρχουν στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο στόχος αυτού του άρθρου είναι η παρουσίαση προτάσεων πολιτικής που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για μια ασφαλή διεξαγωγή των μαθημάτων εν μέσω της πανδημίας εντός του «φυσικού» χώρου της παιδείας και της έρευνας, που είναι τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και όχι μία οθόνη. Επιπρόσθετα, θα διατυπωθούν κάποιες προτάσεις οι οποίες αντικρούονται στα νομοσχέδια Κεραμέως για τα πανεπιστήμια.

Στο ξεκίνημα της πανδημίας, ήταν φυσιολογικό η κυβέρνηση να κλείσει τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και να στηθεί το σύστημα της τηλεκπαίδευσης, από τη στιγμή που δε γνώριζε κανείς πολλές λεπτομέρειες για τον COVID-19. Από εκεί και πέρα, η υγειονομική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει μια εξαιρετική ευκαιρία για βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα μας. Η ανακαίνιση των σχολικών μονάδων και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων θα ήταν μία καλή αρχή. Η αύξηση των αιθουσών σε σχολεία και πανεπιστήμια θα είχε ως στόχο τη μείωση του αριθμού των παιδιών και φοιτητών/-τριών σε κάθε αίθουσα και παράλληλα με τη σωστή χρήση μάσκας και γαντιών, την παροχή αντισηπτικών, την χρήση μονών θρανίων και τη διατήρηση των αποστάσεων ασφαλείας και την τοποθέτηση στα θρανία πλεξιγκλάς, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στη διεξαγωγή των μαθημάτων με ασφάλεια εντός των εκπαιδευτικών μονάδων. Παράλληλα, η πρόσληψη προσωπικού καθαριότητας στα σχολεία και πανεπιστήμια, θα συνέβαλε ως προς αυτή τη κατεύθυνση. Η ανακαίνιση αυτή, θα συνοδευόταν από ενίσχυση των σχολείων και πανεπιστημίων με μόνιμο διδακτικό και ακαδημαϊκό προσωπικό, το οποίο έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω των μνημονιακών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους. Συνοπτικά, με αφορμή τη κρίση της πανδημίας, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν δύο από τα πιο σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στην ελληνική εκπαίδευση, όπως είναι οι παλαιωμένες και μερικές φορές ετοιμόρροπες σχολικές και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις και η έλλειψη μόνιμου διδακτικού και ακαδημαϊκού προσωπικού.

Σχετικά τώρα με τη πρωτοβουλία της κυβέρνησης για εξίσωση των πτυχίων ΑΕΙ με αυτά τον κολεγίων, δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν, καθώς πρόκειται για ένα μέτρο με νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα. Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί το ιδεολογικό πνεύμα της κυβέρνησης της ΝΔ. Οι βασικές θέσεις του νεοφιλελευθερισμού είναι ο περιορισμός των κρατικών δαπανών στις κοινωνικές υπηρεσίες και η είσοδος των ιδιωτών σε τομείς του κοινωνικού κράτους, όπως είναι η εκπαίδευση, καθώς και η απελευθέρωση της αγοράς από τις κρατικές παρεμβάσεις. Η εξίσωση λοιπόν των πτυχίων ΑΕΙ με αυτά των κολεγίων, συνάδει με το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού. Η κυβέρνηση ισχυροποιεί τη θέση των κολεγίων στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, περιορίζοντας τον κρατικό χαρακτήρα της. Ενισχύεται δηλαδή η θέση του ιδιωτικού τομέα στην κοινωνική υπηρεσία της εκπαίδευσης, αντί να αναβαθμίζονται τα δημόσια ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία παρά τις δυσκολίες διακρίνονται στον χώρο της έρευνας και καινοτομίας, ενώ στην αντίπερα όχθη τα ιδιωτικά κολέγια, ενώ υφίστανται τόσα χρόνια, δεν έχουν προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο κοινωνικό σύνολο. Από τη στιγμή που τα ΑΕΙ παραμελούνται από ελληνικό κράτος, το μέτρο της κυβέρνησης δε φαίνεται να οδηγεί σε ισότητα στον εκπαιδευτικό χώρο. Καλός ο ανταγωνισμός, αλλά τουλάχιστον να γίνεται με ίσους όρους.

Τώρα, αναφορικά με το ν+2 και την είσοδο σωμάτων ΕΛ.ΑΣ στα πανεπιστήμια, πρόκειται για δύο μέτρα με τιμωρητέο χαρακτήρα για την ακαδημαϊκή κοινότητα, τα οποία είναι ανούσια και εκτός πραγματικότητας. Αρχικά, το ν+2, ασκεί πίεση στους φοιτητές και στις φοιτήτριες να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε συγκεκριμένο χρόνο και σε περίπτωση που δε τα καταφέρουν, αυτόματα διαγράφονται από τη σχολή που σπουδάζουν. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο θα σπουδάζουν μόνο οι «άριστοι» και δε θα υπάρχουν οι «κακοί» αιώνιοι φοιτητές, οι οποίοι αποτελούν τόσο μεγάλο βάρος για την ελληνική πολιτεία (ενώ ουσιαστικά δεν επιβαρύνουν το κράτος οικονομικά πέρα από τα ν+2 χρόνια). Σε αυτό το σημείο, είναι κρίσιμο να τονιστεί ένα σημαντικό ζήτημα. Πολλοί δεν ολοκληρώνουν σε προβλεπόμενο χρόνο τις σπουδές τους όχι επειδή αδιαφορούν για τις σχολές στις οποίες φοιτούν, αλλά επειδή εργάζονται. Μπορεί μάλιστα να εργάζονται απλήρωτες υπερωρίες και να δουλεύουν χωρίς ένσημα. Όσοι σπουδάζουν στη τριτοβάθμια εκπαίδευση και παράλληλα εργάζονται στον ελληνικό εργασιακό μεσαίωνα και που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν διάφορα ζητήματα στις ζωές τους (οικονομικά, κοινωνικά, θέματα ψυχικής ή σωματικής υγείας, ακόμα και κοινωνικό αποκλεισμό) είναι αναπόφευκτο να μην έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν σε ένα συγκεκριμένο χρόνο τις σπουδές τους.

Τι θα μπορούσε να γίνει αντί του ν+2; Θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένα θετικό μέτρο απόδοσης κινήτρων στους φοιτητές να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε προβλεπόμενο χρόνο, χωρίς να έχει τιμωρητέο χαρακτήρα, χωρίς δηλαδή να διαγράφονται από τις σχολές τους σε περίπτωση που δε τα καταφέρουν. Για παράδειγμα, εάν ένα άτομο αποφοιτήσει σε προβλεπόμενο χρόνο και μπορεί να αποδείξει ότι εργαζόταν είτε κατά τη διάρκεια των σπουδών του, είτε για ένα χρονικό διάστημα ενώ παράλληλα σπούδαζε ή μπορεί να αποδείξει ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών αντιμετώπιζε καταστάσεις που το οδηγούσαν σε κοινωνικό αποκλεισμό και φτώχειας, να του δοθεί από το πανεπιστήμιο ένα χρηματικό ποσό ως επιβράβευση. Θα μπορούσε επίσης να κερδίσει μία υποτροφία σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών ή να αποκτήσει θέση εργασίας σε ένα ερευνητικό κέντρο συναφές με το πτυχίο του. Αυτό είναι μία μορφή επιβράβευσης της αριστείας.

Αναφορικά τώρα με την είσοδο αστυνομικών μονάδων στα πανεπιστήμια. Τα σώματα ασφαλείας δεν έχουν καμία σχέση με  τα πανεπιστήμια και σε καμία χώρα του κόσμου δεν υπάρχει αστυνομία εντός των ακαδημαϊκών κοινοτήτων. Η κυβέρνηση θα μπορούσε πολύ απλά να διαθέσει ένα κονδύλι στα πανεπιστήμια ούτως ώστε αυτά να έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν πανεπιστημιακό προσωπικό ασφαλείας το οποίο θα είναι εκπαιδευμένο να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, θα λογοδοτεί αποκλειστικά στις πρυτανικές αρχές και θα έρχεται σε επικοινωνία με την ΕΛ.ΑΣ μόνο όταν κρίνει ότι είναι απαραίτητο. Επιπρόσθετα, πρόκειται για ένα μέτρο με υψηλό κόστος και χωρίς να έχει κάποιο αντίκρισμα, καθώς θα κοστίζει στο κράτος περίπου 30 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Για ποιο λόγο αυτά τα χρήματα να μη δοθούν στα ελληνικά πανεπιστήμια για να προχωρήσουν αυτά σε προσλήψεις διδακτικού προσωπικού και σε βελτιώσεις σε επίπεδο έρευνας, κτιρίων, περιεχομένου σπουδών;

Η QS φέτος, στην ετήσια κατάταξη World University Rankings, αξιολόγησε 5.500 πανεπιστήμια από 80 χώρες παγκοσμίως. Τα πανεπιστήμια αξιολογήθηκαν με βάση την ερευνητική δραστηριότητα που αναπτύσσεται από καθηγητές και ερευνητές των αξιολογούμενων πανεπιστημίων. Λήφθηκαν μάλιστα υπόψη ο διεθνής χαρακτήρας των ιδρυμάτων, η φήμη τους τόσο στον χώρο της εργασίας, σύμφωνα με την άποψη περισσότερων από 40.000 διευθυντών και στελεχών επιχειρήσεων και οργανισμών, όσο και στον ακαδημαϊκό χώρο, με τη συμμετοχή πάνω από 80.000 ακαδημαϊκών. Από τα 5.500 πανεπιστήμια, 1000 πανεπιστήμια κρίθηκαν τα καλύτερα του κόσμου, εντός των οποίων βρέθηκαν 6 ελληνικά πανεπιστήμια, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείου, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Πατρών, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Έξι λοιπόν πανεπιστήμια είναι ανάμεσα στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, παρά τις όποιες δυσκολίες υπάρχουν σε επίπεδο χρηματοδότησης και έλλειψης διδακτικού προσωπικού. Εύλογα, μπορεί να κρίνει κανείς ότι εάν τα χρήματα για τη δημιουργία σώματος αστυνομίας εντός των πανεπιστημίων δίνονταν απευθείας στα πανεπιστήμια για ενίσχυση των πανεπιστημίων σε τομείς διδασκαλίας, έρευνας, υποτροφιών, υποδομών, περιεχομένου βιβλιοθηκών και προγραμμάτων σπουδών, τότε θα βελτιωνόταν η θέση των ελληνικών πανεπιστημίων σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτόματα θα αναβαθμιζόταν και η εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό με αποτέλεσμα την προσέλκυση καλών επενδύσεων από το εξωτερικό, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για πολλούς νέους επιστήμονες/ισσες  και υποψήφιους διδάκτορες, άρα κάπως έτσι θα μπορούσε να τεθεί και ένα τέλος σε ένα χρόνιο πρόβλημα της Ελλάδας, το brain drain. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από το 2008 μέχρι το 2016, έφυγαν περίπου 450.000 νέοι/ες για το εξωτερικό σε αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών συνθηκών, καθώς εδώ στην Ελλάδα αντιμετώπιζαν υψηλά ποσοστά ανεργίας, μειώσεις σε μισθούς και κοινωνικές παροχές. Η φυγή αυτή κόστισε στην ελληνική οικονομία 15 δις ευρώ. Εάν συνεχιστεί η απουσία ουσιαστικής στήριξης ως προς τα πανεπιστήμια και τους νέους, έτσι ώστε να προσφέρουν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους στην ελληνική κοινωνία τότε είναι αναπόφευκτο είτε να φύγουν και άλλα άτομα στο εξωτερικό, είτε άλλοι που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, να μείνουν στην ανεργία ή σε θέσεις εργασίας που δεν έχουν καμία σχέση με τους ακαδημαϊκούς τίτλους σπουδών τους, άρα και την περαιτέρω υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, πέραν της δυνητικής αντιμετώπισης του brain drain, τέτοιου είδους πολιτικές θα μπορούσαν να μετατρέψουν το brain drain σε brain gain, δηλαδή τη προσέλκυση περισσότερων φοιτητών/-τριων από το εξωτερικό στην Ελλάδα μέσω των προγραμμάτων Erasmus και Erasmus plus ή με άλλον τρόπο (μέσω υποτροφιών) να σπουδάσουν στη χώρα μας. Κάτι τέτοιο θα ήταν θετικό για την ελληνική οικονομία, καθώς έτσι δε θα επισκέπτονται οι ξένοι την Ελλάδα μόνο το καλοκαίρι αλλά θα μένουν στη χώρα μας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία άλλης μιας πηγής εσόδων για το κράτος. Παράλληλα, θα δινόταν η δυνατότητα στα ελληνικά πανεπιστήμια να διεξάγουν περισσότερες επιστημονικές συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια, οι οποίες μόνο όφελος μπορούν να έχουν για την ελληνική κοινωνία και οικονομία.

Συμπερασματικά, δε τίθεται θέμα ύπαρξης ή μη πόρων. Χρήματα για την ουσιαστική υποστήριξη της εκπαίδευσης υπάρχουν και μπορούν να γίνουν ακόμα περισσότερα, μέσω της προοδευτικής φορολογίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Υπάρχει ζήτημα επιλογών. Είτε συνεχίζεται η εμμονή σε πολιτικές με νεοφιλελεύθερο, συντηρητικό και τιμωρητέο χαρακτήρα οι οποίες δε φαίνεται να μπορούν να βελτιώσουν τη κατάσταση στην ελληνική εκπαίδευση και οικονομία και που περιορίζουν το αυτοδιοίκητο και την αυτονομία των πανεπιστημίων που υφίσταται από την αρχή της δημιουργίας τους, είτε αλλάζει η στροφή σε πολιτικές με θετικό πρόσημο και κοινωνικό χαρακτήρα, που φαίνεται να μπορούν να βελτιώσουν την εκπαίδευση του σήμερα, για ένα καλύτερο αύριο. Να δοθεί επιτέλους η δυνατότητα στο ελληνικό πανεπιστήμιο να επιτυγχάνει τους στόχους της οικονομικής αποδοτικότητας και φυσικά, της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Νικολούδης Πέτρος, κοινωνικός επιστήμονας, φοιτητής κοινωνικής εργασίας.

Πηγές

https://www.ethnos.gr/ellada/127820_brain-drain-me-15-dis-plirose-i-ellada-ti-fygi-ton-neon-epistimonon-sto-exoteriko

https://www.eduguide.gr/nea/qs-world-university-rankings-2019-poia-einai-ta-kalytera-panepis/

 

Το κείμενο είναι του Πέτρου Νικολούδη, επιστήμονα κοινωνικής πολιτικής.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.