Η σταδιακή μετάβαση προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα προσφέρει δυνατότητες ελιγμών σε μικρότερες χώρες, οι οποίες καλούνται να αξιοποιήσουν τις υπό διαμόρφωση συνθήκες, ώστε να χαράξουν πολιτική και να επαναπροσδιορίσουν τις στρατηγικές τους με μεγαλύτερη αυτονομία. Στη διαδικασία αυτή, η ενέργεια μπορεί να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο τόσο ως στόχος όσο και ως εργαλείο, στην προσπάθεια επέκτασης των σφαιρών επιρροής. Σε όλα τα κράτη υπάρχει μια σαφής σχέση μεταξύ της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ενέργειας και της ευημερίας, για το λόγο αυτό, ο επαρκής ενεργειακός εφοδιασμός είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη.

Οι ενεργειακές υποδομές, οι επενδύσεις και ο έλεγχος των πόρων, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ή την αμφισβήτηση των διακρατικών σχέσεων. Τα εμπορικά πλεονεκτήματα που συνδέονται με την κατανάλωση ενέργειας, είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι κυβερνήσεις αναζητούν πηγές ενέργειας και υπό τον κίνδυνο πιθανών ελλείψεων ή γεωπολιτικών προκλήσεων, προσπαθούν να διαφοροποιούν τη σύνθεση του ενεργειακού μείγματος της περιοχής τους.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τομείς στους οποίους έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο, στο ζωτικό χώρο που την περιβάλλει αλλά και ευρύτερα. Η ενέργεια και το περιβάλλον αποτελούν προνομιακά πεδία δραστηριοποίησης για τη χώρα μας, με την κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου, τερματικών σταθμών και σταθμών ανεφοδιασμού πλοίων με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με έμφαση στις υπεράκτιες εγκαταστάσεις και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια θέση τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας. Η θέση αυτή, σε κομβικό σημείο της Ανατολικής Μεσογείου και στο σταυροδρόμι των ενεργειακών διαδρόμων από τον Καύκασο και την Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, ευνοεί τον ρόλο της ως κόμβου μεταφοράς ενέργειας προς τη Δύση. Με το φυσικό αέριο να αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί έντονο ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων εντός της Ελληνικής ΑΟΖ. Έτσι, σε συνδυασμό με την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών, όπως αγωγών φυσικού αερίου αλλά και σταθμών LNG, διαφαίνεται η δυνατότητα για την Ελλάδα, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ως βασικός ενεργειακός κόμβος.

Στο δρόμο προς την ενεργειακή μετάβαση έως το 2050, οπότε και θα πρέπει να έχει επιτευχθεί ο στόχος των μηδενικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, το LNG φαίνεται να αποτελεί τη βασική βιώσιμη επιλογή ναυτιλιακού καυσίμου, ως ενδιάμεση λύση. Το LNG αποτελεί ένα ανταγωνιστικό και φιλικότερο προς το περιβάλλον καύσιμο και η χρήση στο ναυτιλιακό τομέα οδηγεί ήδη στην ανάπτυξη υποδομών τροφοδοσίας των πλοίων στα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ αναμένεται ισχυρή ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση από τις Ασιατικές χώρες, οι οποίες αυξάνουν σταδιακά τη χρήση του στα φορτηγά πλοία των εμπορικών στόλων τους.

Σε σχέση με τα παραδοσιακά καύσιμα ναυτιλίας, η χρήση του LNG συνεπάγεται μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως 20% και των οξειδίων του θείου έως 100%. Επιπλέον, ιδιαίτερη έμφαση μπορεί να δοθεί στις τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα, ώστε να μειωθούν περαιτέρω οι εκπεμπόμενες ποσότητες αλλά και να καθίσταται δυνατή η αξιοποίησή του στην παραγωγή υδρογόνου.

Διαφαίνεται επομένως, όσον αφορά τη χώρα μας, ότι στο πλαίσιο αυτό που βρίσκεται υπό διαμόρφωση, πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, η συνέχιση της συμμετοχής στη χάραξη αγωγών μεταφοράς αλλά και η προώθηση της αξιοποίησης του LNG ως ναυτιλιακού καυσίμου, καθώς έτσι:

  • διευκολύνεται η σταδιακή επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα,
  • ευνοείται η εγχώρια ανάπτυξη τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα και παραγωγής υδρογόνου,
  • μειώνεται η ενεργειακή εξάρτηση,
  • ενισχύεται η εγχώρια βιομηχανία,
  • η Ελλάδα αναδεικνύεται σε ενεργειακό κόμβο και κεντρικό σημείο ανεφοδιασμού πλοίων με LNG, αναβαθμίζοντας περισσότερο τη γεωπολιτική της αξία και το ρόλο της στην ομαλή διεξαγωγή του παγκόσμιου εμπορίου.

Το εγχώριο ερευνητικό δυναμικό πρέπει να αξιοποιηθεί και να συμβάλει αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Οι υπάρχουσες υποδομές στα λιμάνια μπορούν να επεκταθούν και να τροποποιηθούν, με πρωτοβουλίες όπως η πρόσφατη υπογραφή μνημονίου συνεργασίας μεταξύ του Οργανισμού Λιμένος Πατρών, της ΔΕΠΑ και του ΔΕΣΦΑ για το σκοπό αυτό. Οι συνθήκες συνηγορούν στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς LNG, επομένως η Ελλάδα καλείται να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στον τομέα αυτό στη Μεσόγειο, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των χωρών της περιοχής, σχετικά τις προοπτικές δημιουργίας μιας περιφερειακής αγοράς φυσικού αερίου, ώστε να καταστεί σημαντικός παράγων στην ευρωπαϊκή ενεργειακή σκακιέρα.

Η αφθονία καθώς και οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των ορυκτών καυσίμων, επιτρέπουν να αποθηκεύονται και να παρέχουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας, αποτελεσματικά και με συνέπεια. Η μεγάλη ανάγκη, όμως, για μείωση των εκπεμπόμενων ρύπων και της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, μαζί με διάφορους γεωπολιτικούς παράγοντες, οδηγούν, τα τελευταία χρόνια σε περιορισμούς στη διαθεσιμότητα και τη χρήση τους.

Στην προσπάθεια για την επίτευξη του τελικού στόχου των μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, οι ανανεώσιμες πηγές αναμένεται να διαμορφώσουν μια νέα γεωγραφία διασυνδέσεων και αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των κρατών καθώς, σε αντίθεση με το πετρέλαιο και το LNG, η ηλεκτρική ενέργεια εμπορεύεται περιφερειακά.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό και πληθώρα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, γεγονός το οποίο οφείλει να εκμεταλλευτεί κατά τον καλύτερο τρόπο και να πρωταγωνιστήσει στην ενεργειακή μετάβαση. Στο πλαίσιο αυτό, η παγκόσμια τάση για την κατασκευή πλωτών αιολικών πάρκων και την ανάπτυξη υπεράκτιων εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αναμένεται να απασχολήσει τη χώρα μας και να προσελκύσει ανάλογες επενδύσεις. Κατά συνέπεια, ο κρατικός μηχανισμός οφείλει να προετοιμάσει το έδαφος, αρχικά απλοποιώντας τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Επιπλέον, πρέπει να καθορισθεί ο τρόπος βιώσιμης εκμετάλλευσης και προστασίας των θαλάσσιων περιοχών, να προσδιορισθούν οι θαλάσσιες εκτάσεις που πρέπει να προστατευθούν αλλά και όσες έχουν ικανό αιολικό δυναμικό, ώστε να χωροθετηθούν έγκαιρα τα θαλάσσια αιολικά πάρκα και να δρομολογηθεί η προκήρυξη των σχετικών διαγωνισμών.

Μετά το πέρας του μεταβατικού σταδίου, το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου που σχετίζεται με την ενέργεια, αναμένεται να αφορά τα συνθετικά καύσιμα, το υδρογόνο, τη βιομάζα και κυρίως τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως μπαταρίες και φωτοβολταϊκά, για τα οποία, ακόμα κι αν υπάρχει εγχώρια παραγωγή, θα χρειάζεται να εισάγονται πρώτες ύλες όπως σπάνιες γαίες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η τωρινή ενεργειακή εξάρτηση μπορεί να μειωθεί αλλά όχι να εξαλειφθεί πλήρως, καθώς θα αλλάξει μορφή.

Το βάρος της ενεργειακής εξάρτησης θα μετατοπιστεί, σταδιακά από τις παγκόσμιες αγορές σε περιφερειακά δίκτυα, καθώς οι χώρες που σήμερα εισάγουν πετρέλαιο από την άλλη πλευρά του κόσμου, θα επιδιώξουν να αναπτύξουν ανανεώσιμες πηγές και να συνδέσουν τα δίκτυά τους με αυτά των γειτονικών χωρών. Το γεγονός αυτό δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα, να επενδύσει, αξιοποιώντας κατάλληλα και κοινοτικά κονδύλια, στην ανάπτυξη ηλεκτρικών δικτύων, που μπορούν να διασφαλίσουν την περιφερειακή διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία θα παράγεται μέσω των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών.

Με τον κατάλληλο συνδυασμό αυτών των στρατηγικών, η Ελλάδα θα ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια και αυτονομία, προωθώντας την ευημερία και ευνοώντας τη δημιουργία θέσεων εργασίας, θα βελτιώσει την ασφάλεια των υδάτινων πόρων και θα ενισχύσει αποφασιστικά την αειφόρο ανάπτυξη. Ως αποτέλεσμα, θα έχει τη δυνατότητα, επιτυγχάνοντας σε κάποιο βαθμό, αλλά όχι πλήρως, ενεργειακή ανεξαρτησία και εξασφαλίζοντας σημαντικό μερίδιο στον ενεργειακό εφοδιασμό γειτονικών χωρών, να χαράσσει εξωτερική πολιτική και να επιτυγχάνει τους στρατηγικούς στόχους της με μεγαλύτερη αυτονομία.

Παράλληλα με τα ανωτέρω και δεδομένης της εκτεταμένης, ακόμη, διακίνησης πετρελαϊκών και άλλων προϊόντων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και της διαφαινόμενης εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου της περιοχής τα επόμενα έτη, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ενδεχόμενα περιστατικά διαρροής πετρελαίου μπορεί να έχουν καταστρεπτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τη θαλάσσια ζωή αλλά και την οικονομική δραστηριότητα των παρακείμενων περιοχών, για αρκετές δεκαετίες.

Ως εκ τούτου, θα ήταν χρήσιμο να προωθηθεί η ιδέα της συνεργασίας των εμπλεκόμενων χωρών της περιοχής στη δημιουργία ενός συστήματος άμεσης επέμβασης, το οποίο θα εδρεύει στη χώρα μας, ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος υποστήριξης της ασφαλούς έρευνας, εξόρυξης και μεταφοράς των υδρογονανθράκων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Με κατάλληλη χρήση κοινοτικών αναπτυξιακών προγραμμάτων της Ε.Ε., θα μπορούσε να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα κέντρο άμεσης επέμβασης σε περιστατικά θαλάσσιων ατυχημάτων τα οποία οδηγούν σε απελευθέρωση υδρογονανθράκων. Ένα τέτοιο κέντρο, μπορεί να ασκεί το συντονισμό των επιχειρήσεων όλων των αρμόδιων φορέων των γειτονικών κρατών σε περιπτώσεις ατυχημάτων αλλά θα διαθέτει και τον απαραίτητο εξοπλισμό άμεσης επέμβασης, με επιπλέον μέσα και ειδικά σκάφη, προκειμένου να εμπλακεί στη διαδικασία αντιμετώπισης των σοβαρότερων περιστατικών.

Συμπερασματικά, ο ρόλος της Ελλάδας μπορεί να αναβαθμιστεί σημαντικά στον ενεργειακό τομέα, με την αξιοποίηση της προνομιακής θέσης και των ανταγωνιστικών της πλεονεκτημάτων. Η χώρα μας καλείται να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να αναδείξει τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες της περιοχής στον ενεργειακό τομέα, να ηγηθεί στον μεταξύ τους διάλογο και να συμβάλει στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου, μέσω της ανάπτυξης συνεργασιών με στόχο την ενεργειακή ανεξαρτησία και ασφάλεια. Ταυτόχρονα, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, στο πλαίσιο ανάπτυξης μεθόδων “Ήπιας Ισχύος”, η Ελλάδα να βρεθεί στη θέση του “οδηγού” και σε θέματα προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, διευρύνοντας την επιρροή και τις δραστηριότητές της στην περιοχή. Ως συνολικό αποτέλεσμα, αναμένεται να προκύψουν σημαντικά οφέλη σε διπλωματικό επίπεδο, στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον, να δοθεί ώθηση στην ενεργειακή μετάβαση ενώ παράλληλα να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες ενίσχυσης της προσπάθειας εσωτερικής ανασύνταξης, μετά τη μακροχρόνια οικονομική κρίση.

Το κείμενο είναι του Δημητρίου-Περικλή Γιαννούλη, αποφοίτου του Τμήματος Μηχανικών Αεροσκαφών της Σχολής Ικάρων.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων της στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.