Αθήνα, εδώ Λονδίνο. Είπα να ξεκινήσω ένα ημερολόγιο (χωρίς όμως κάποια δέσμευση τακτικότητας). Εδώ, κατά πως συνηθίζεται, συννεφιά. Στα πάτρια γιόρτασαν διακόσια χρόνια ανεξαρτησίας (βλέπω εικόνες από κτίρια ανά τον κόσμο φωταγωγημένα γαλανόλευκα, τύπου «γέλα μαϊμού, χοροπήδα, είμαστε μαζί σου»). Είμαστε ελεύθεροι.

Τα ταξίδια πια , λόγω covid, απαγορεύονται. Όμως δεν πτοούμαι. Κλείνω μάτια, εστιάζω σκέψη, και νά που βρίσκομαι αμέσως πίσω (visualization το λένε εδώ, όταν φαντάζεσαι κάτι έντονα ώστε να ξεφύγεις απ’ το τώρα σου, οραματισμός στην ελληνική). Στην Ελλάδα λοιπόν, μυρίζει ήδη τηγανητός μπακαλιάρος, και στόματα που ζέχνουν σκόρδο φωνάζουν: «χρόνια πολλά». Εντεταλμένοι δημοσιογράφοι παλεύουν με το ζόρι να εμφυσήσουν στον λαό αισιοδοξία και εθνική υπερηφάνεια. Από την άλλην, καθιερωμένα πια ρεπορτάζ δείχνουν νεαρούς που σε ερώτηση για το τι γιορτάζουμε απαντούν «το όχι στου  Γερμανούς» ή λένε απλώς «δεν ξέρω, ρωτήστε με καλύτερα ποιος βγήκε απ’ το Survivor». Μπαίνω στο τρένο, μαζί με αυτόν που τρέχει να προλάβει να μπει λάθρα με το δικό μου εισιτήριο –ευτυχώς, είμαστε ελεύθεροι. Στο βαγόνι, δυο παιδιά έχουν τα πόδια στο απέναντι κάθισμα, μιλούν δυνατά, βρίζουν σαν λιμενεργάτες. Ένας μεσόκοπος κάγκουρας μαλώνει με τη γυναίκα του στο κινητό, άλλος έχει δυνατά μουσική που θυμίζει τελετή κανιβαλισμού στην υποσαχάρια Αφρική, ένα επαγγελματίας ζητιάνος (που τον ξέρω χρόνια) παρακαλά να πουλήσει χαρτομάντηλα, ένα ζευγάρι στο τέλος είναι λίγα δεύτερα πρίν την εκσπερμάτιση –ευτυχώς, είμαστε ελεύθεροι. Μια άγνωστη αισθησιακή φωνή μας ειδοποιεί ότι κατόπιν εντολής της αστυνομίας οι σταθμοί στο Σύνταγμα και στο Πανεπιστήμιο θα μείνουν για λόγους ασφαλείας  κλειστοί.

Δεν πτοούμαι. Κατεβαίνω Ομόνοια. Με κάποιες δροσοσταλίδες από το νέο σιντριβάνι στο μέτωπο, ανεβαίνω την Σταδίου. Τριγύρω, οι πιο πολλοί με το βλέμμα το κινητό τους, με τον αντίχειρά τους να σκρολάρει μανιωδώς (νέο ρήμα-κληρονομιά της φτωχής ελληνικής από τα ξένα). Κάποιοι βγάζουν σέλφις ποζάροντας σαν σταρ της Cinecita. Στέλνουν μήνυμα πάντα σε greeklish, κι αν χρειαστεί κάτι στα ελληνικά, αγνοούν κανόνες τονισμού κι ορθογραφίας. Ταξιτζήδες παρκάρουν όπου τους καπνίσει, στο πεζοδρόμιο φτυσιές, γόπες, σκουπίδια (είμαστε ελεύθεροι). Στην Κλαυθμώνος, συνειδητοποιώ πως ο υπέρτατος κίνδυνος που είχε ως αποτέλεσμα να κλείσουν οι σταθμοί του μετρό είναι το πολύ εκατό άνθρωποι που διαδηλώνουν και μαλώνουν με την αστυνομία αν πρέπει να κλείσουν εντελώς τον δρόμο ή να περιοριστούν σε μία λωρίδα (η ελευθερία έχει και τα όριά της). Πιο πάνω, τους περιμένουν διμοιρίες ΜΑΤ για να μην τους αφήσουν να φτάσουν Σύνταγμα (γιατί είμαστε ελεύθεροι). Γύρω χαμός, κόρνες, φασαρία, κακό. Κοντοστέκομαι στην παλιά Βουλή, κοιτάζω τον ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, έπειτα σκύβω απελπισμένος το κεφάλι. Αυτός ζωντανεύει: «Σήκω πάνω, είσαι Έλληνας, εμείς και στον Θεό, όρθιοι μιλούμε!» Φτάνω στον Άγνωστο Στρατιώτη (που όλοι περνούν και αγνοούν, γλυκοκοιτάζοντας μόνο τους Εύζωνες, κι αυτός μένει μαρμαρωμένος να αναρωτιέται γιατί τάχα να θυσιάστηκε). «Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες…»1

Φεύγω ξαφνικά, πετώ, κάνω βουτιές στις γειτονιές (ελευθερία=μπορώ να πάω όπου θέλω), οι τοίχοι του κέντρου γεμάτοι σπρέι και tags, (είμαστε ελεύθεροι, γι’ αυτό και συνεχίζουμε να αγκαλιάζουμε όλο και περισσότερες ξένες λέξεις), στα στενά παίζουν κάποια παιδάκια (βρίζοντας πάντα), κάποιοι παππάδες λειτουργούν και κοινωνούν κρυφά, μια γιαγιά αφού κοινωνήσει γυρίζει γρήγορα σπίτι να κουτσομπολέψει τους πάντες, η απέναντί της με την οποία δε μιλιούνται χρόνια λόγω πολιτικών (κομματικών) πεποιθήσεων κοτσάρει περήφανα μια σημαία στο μπαλκόνι με βλέμμα « έτσι κάνουν οι πατριώτες»  (στην αλλοδαπή διπλανή της δεν έχει πει ποτέ καλημέρα, κι ας την είχε βοηθήσει να σηκωθεί τότε που έπεσε). Σε μια γωνιά μια αντροπαρέα πίνει μπύρες, τσακώνονται για το ποδόσφαιρο. Βρίζει ο ένας τη μάνα και το σπίτι του άλλου, ελεύθερα, αλλά δεν βγαίνουν μαχαίρια, μέχρι να ειπωθεί κάτι για την ομάδα.  Στην τηλεόραση το χάος, ο πάτος του αποπάτου. Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας. Όλη η σάχλα των 90’ς μπασταρδεμένη με τα realities του Millenium κι ό,τι άλλο έχει ξεβράσει το κύμα του σαπισμένου τους πια lifestyle ‒εμείς ακόμα ασχολούμαστε με «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν»2  κι  ο Ιονέσκου ταπεινωμένος, γιατί τέτοιο θέατρο του παραλόγου πουθενά.  Σ’ ένα παγκάκι ένας παππούς βλέπει απλώς τη ζωή να περνά και να επαναλαμβάνεται. Μια κυράτσα (που διπλοπαρκάρει, έχει βάψει το διαμέρισμά της μωβ για να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα και πετάει τα αποτσίγαρα από το μπαλκόνι χωρίς να κοιτά) τσακώνεται με την αποκάτω της, επειδή άφησε μια γλάστρα με γεράνια στην είσοδο, λέει: εδώ είναι πολυκατοικία, έχουμε κανονισμούς, δεν κάνει ο καθένας ό,τι θέλει». «Συνηθίσαμε τη φρίκη, και μας τρομάζει η ομορφιά» 3, απαντά η μορφωμένη νεαρά. «Εδώ όμως, είναι Μπαλκάνια»4, σκέφτομαι εγώ.

Δεν πτοούμαι, συνεχίζω, πετάω, πάω να βρω τους ήρωες που λέγαμε πριν. Φτάνω στην άκρη της Ελλάδας, στα βόρεια σύνορα, στον παππού που έχει μείνει μόνος του στο χωριό, και κάθε φορά που η οικογένειά του τού λέει να πάει μαζί τους στην πόλη απαντά: «δεν πάω πουθενά, εδώ είναι ο τόπος μου». Στον Τάσο, που μετά από πέντε χρόνια στη Νέα Υόρκη και την πολυτελή φανφάρα της γύρισε στην Τήνο και βοηθά στη φάρμα του πατέρα του λέγοντας: «εδώ ηρεμώ». Σε εκείνον τον άγνωστο που εχθές με άκουσε να μιλώ με την παρέα μου ελληνικά κάπου στην Grosvenor Square και φώναξε: «Γεια σας παιδιά, χρόνια πολλά για αύριο!» και έπειτα χάθηκε στο σκοτάδι. Στην κάθε γιαγιά στα νησιά του Αιγαίου που ασβεστώνει τον τοίχο κάθε άνοιξη, ανάβει ένα κερί στο ερημοκλήσι και φυτεύει ένα κόκκινο γεράνι και λίγο βασιλικό στις γλάστρες της φυλάσσοντας χωρίς να ξέρει την Πεμπτουσία του ελληνισμού. Αυτή που συμβουλεύει  τα εγγόνια της: «εγώ γράμματα δεν έμαθα, εσείς τα καταφέρατε και  ξέρετε, κοιτάξτε όμως να γίνετε σωστοί άνθρωποι».

Συνεχίζω να πετώ ελεύθερος∙ να εξερευνώ το πολύχρωμο μωσαϊκό του τόπου μου. Το αδύνατο να οριστεί. Με κυρίαρχη ειδοποιό του διαφορά, τις αντιφάσεις του. Παντού δίπολα: Δεξιός-Αριστερός, Αλίκη-Μελίνα, Χατζιδάκις-Θεοδωράκης, «Κουλτούρα» -Σκυλάδικα, έντεχνο-ποπ, ροκ-ντίσκο.   Όμως, όλα ελληνικά. Έλλην ο Παναθηναϊκός, Έλλην κι ο Ολυμπιακός. Έλλην ο Μητρόπουλος, Έλλην ο Τσιτσάνης. Έλληνας ο ρατσιστής που θα δείρει τον αλλοδαπό στο δρόμο, Έλληνας κι ο νησιώτης που θα βγει με τη βάρκα του να σώσει το παιδί του λαθρομετανάστη που πνίγεται και θα το βάλει μετά σπίτι του. Έλλην ο ήρωας, Έλλην κι ο προδότης. Ελληνική η διάθεση για κουτσομπολιό, ελληνική η έκρηξη αξιοπρέπειας από εκεί που δεν μπορεί κανείς το περιμένει. Ελληνική η αδιαφορία για το σύνολο, ελληνική η σπουδή να βοηθηθεί ο συνάνθρωπος.

«Όμορφη και παράξενη πατρίδα»5. Διακόσια χρόνια ελεύθερου κράτους με επιλεκτική μνήμη και πολλούς εθνικούς μύθους. Διακόσια χρόνια ενδοφυλετικής διαμάχης για το κάθε τι. Μετά από κάθε θαύμα, ένα όνειδος (Ανεξαρτητοποίηση-Αλληλοσπαραγμός, Α’ Παγκόσμιος- Διχασμός, Β’ Παγκόσμιος- Εμφύλιος, Πολυτεχνείο-Παρακμή της Μεταπολίτευσης). Διακόσια χρόνια μη ομογενοποιημένου λαού σε συνεχή κρίση ταυτότητας. Σε αδιάλειπτη σύγκριση με τους άλλους και σύνδρομο κατωτερότητας. Με δυσκολία να διαχειριστεί το παρελθόν και την απίστευτη ομορφιά του τόπου του. Ανίκανου να αγαπήσει και να σεβαστεί όσο πρέπει τον εαυτό του.

Μα δεν πτοούμαι, συνεχίζω (είπαμε, είμαστε ελεύθεροι κι εγώ βρίσκομαι ακόμα σε κατάσταση οραματισμού). Είμαι τώρα σε μια ηλιόλουστη μέρα, και κάτω οι άνθρωποί μου αγαπιούνται. Έχουν μονιάσει, έχουν πάψει να στηρίζονται στο παρελθόν και αποσκοπούν στο μέλλον. Έχουν πλήρη γνώση της ιστορίας (δικής τους και ξένης), την έχουν αγαπήσει με τα καλά και τ’ άσχημά της, βρήκαν θάρρος να παραδεχτούν ατομικά και συλλογικά λάθη και,  επιτέλους, μαθαίνουν. Συνειδητοποιούν πως δεν είναι μόνοι στην γη, ωστόσο, χωρίς να περιμένουν επιβεβαίωση από κανέναν και να μαϊμουδίζουν συνήθειες και μόδες ξένες. Μονιάζουν, αλληλοσέβονται, συγκινούνται και σκέφτονται ελληνικά, και είναι επιτέλους υπερήφανοι. Για όλα. 

Αυτά. Τα μάτια μου σιγά σιγά τρεμοπαίζουν. Κάτι παλεύει να με επαναφέρει. Πριν επιστρέψω στη συννεφιά μου, και σε κατάσταση κανονική, μην παραλείψω να ευχηθώ: Χρόνια μας πολλά!

 

 

  1. Γ. Σεφέρης, Ποίημα «Τελευταίος Σταθμός», Ημερολόγιο Καταστρώματος β’, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 1947
  2. Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 9.35
  3. Μ. Χατζιδάκις, «Το πρόσωπο του Τέρατος», Τα σχόλια του Τρίτου, Αθήνα, Εκδόσεις Εξάντας, 1980
  4. Ν. Εγγονόπουλος, ποίημα «’Ορνεον 1748», Η Επιστροφή των Πουλιών, Αθήνα. Εκδόσεις , 1946 Εκδόσεις Ίκαρος
  5. Οδ. Ελύτης, ποίημα «Όμορφη και παράξενη πατρίδα», Ο ήλιος ο Ηλιάτορας, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 1971

Το κείμενο είναι του Κωνσταντίνου Αλσινού.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.