Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξε αναμφίβολα η κορυφαία μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, βγαλμένη από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας, εκεί όπου ο μύθος και ο θρύλος συναντούν την ιστορία.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γέρος του Μοριά καταγόταν από φημισμένη οικογένεια. Το επώνυμο της οικογένειας του αρχικά ήταν Τζεργίνης, όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματα του. Στη συνέχεια ο Δήμος Τζεργίνης ονομάστηκε Μπότσικας. Ο γιος του Δήμου, Γιάννης ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε το όνομα Κολοκοτρώνης. Κατά την οικογενειακή παράδοση ο Γιάννης ονομάστηκε αρχικά «Μπιθεκούρας» (από προσωνύμιο που σημαίνει στα αρβανίτικα: αυτός που έχει δυνατά οπίσθια) και έμεινε στον ίδιο το όνομα «Κολοκοτρώνης» που είναι ακριβής μεταφορά του αρχικού προσωνύμιου.

Ο Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας  στις 3 Απριλίου 1770 αν και η οικογένεια του ζούσε στο Λιμποβίσι Αρκαδίας και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον πύργο της Καστάνιτσας στη Μάνη. Το όνομα Θεόδωρος ήταν καινούριο στη γενιά του, το έδωσαν προς τιμήν του Ρώσου Αξιωματικού Θεόδωρου Ορλώφ ο οποίος κατά τη διάρκεια της Ορλωφικής Επανάστασης είχε γίνει πολύ αγαπητός. Ήταν γιος του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και της Ζαμπίας Κωτσάκη, από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας.

Στα παιδικά του χρόνια επηρεάστηκε από τη συμμετοχή του πατέρα του στην ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων που υποκινήθηκε από την Αικατερίνη Β΄της Ρωσίας και τις διώξεις που υπέστησαν οι Έλληνες της Πελοποννήσου από τους Αλβανούς. Το 1780 ο πατέρας του σκοτώθηκε στη Μάνη σε συγκρούσεις με οθωμανικές δυνάμεις και ο Θεόδωρος μαζί με τη μητέρα και τα αδέρφια του κατέφυγαν στην Αλωνίσταινα. Αργότερα ακολούθησε τον θείο του Αναγνώστη στον Άκοβο της Μεγαλόπολης, όπου από το 1785 δρούσε ως ενεργό μέλος ένοπλης ομάδας για να αναδειχθεί γρήγορα σε ηγετική φυσιογνωμία των κλεφτών της ευρύτερης περιοχής. Η καταδίωξη των κλεφτών από τις οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις από το 1805 εξανάγκασε τον Κολοκοτρώνη να περάσει το 1806 στην υπό ρωσική κυριαρχία Ζάκυνθο. Με την έλευση των Γάλλων στα Επτάνησα, μετακινήθηκε στο Β.Αιγαίο, όπου μετείχε σε επιδρομές εναντίον τουρκικών πλοίων. Επιστρέφοντας στα Επτάνησα, εντάχθηκε στο Ελληνικό ελαφρύ Πεζικό του αγγλικού στρατού και πολέμησε εναντίον των Γάλλων μέχρι το 1816. Τον Δεκέμβριο του 1818 μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία στο ναό του Αγ.Γεωργίου της Ζακύνθου. Μετά από την επιστολή που του απηύθυνε ο Αλ.Υψηλάντης, ο Κολοκοτρώνης μετέβη στη Μάνη από όπου ξεκίνησε την οργάνωση της Επανάστασης. Στις 23 Μαρτίου 1821, επικεφαλής 2.000 ανδρών μαζί με τον Νικηταρά και τον Παπαφλέσσα και υπό την ηγεσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κατέλαβε την Καλαμάτα.

Το κύρος του Κολοκοτρώνη είχε αρχίσει να διαφαίνεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ οι νίκες και οι στρατηγικές ικανότητες συνέβαλαν στην εδραίωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε πολλές μάχες, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι (13 Μαϊου 1821), στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822), όπου διέσωσε τον Αγώνα, αφού πρυτάνευσαν η ευφυϊα και η τόλμη του στρατηγικού του νού. Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου, απόφαση που επικύρωσε η Πελοποννησιακή Γερουσία. Στις 27 Μαϊου 1823 ο Κολοκοτρώνης τοποθετήθηκε αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού. Παρά όμως τις στρατιωτικές επιτυχίες των επαναστατών, είχαν ξεκινήσει οι εμφύλιες συγκρούσεις. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου (1823-1825), πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους αλλά παρόλα αυτά δεν απέφυγε τη ρήξη. Ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε στο στρατόπεδο των ηττημένων των εμφυλίων και μάλιστα έχασε τον γιο του Πάνο σε μάχη έξω από την Τρίπολη ( 13 Νοεμβρίου 1824). Ο ίδιος τέθηκε σε περιορισμό αρχικά στο Ναύπλιο και ύστερα υπό κράτηση στην Ύδρα. Ωστόσο μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες του τουρκοαιγυπτιακού στρατού που είχε εισβάλλει στην Πελοπόννησο υπό τον Ιμπραήμ με στόχο να καταστείλει την Επανάσταση, η κυβέρνηση αποφάσισε να απελευθερώσει τους ηττημένους και να τους χορηγήσει αμνηστία. Ο Κολοκοτρώνης συγκρότησε σώμα 6.000 ανδρών τοποθετώντας σε καίριες θέσεις τον Δημ.Υψηλάντη και τον Μακρυγιάννη. Η κυριαρχία όμως των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο ήταν πραγματικότητα το φθινόπωρο του 1825, ενώ αυξανόταν συνεχώς ο αριθμός των «προσκυνημένων». Ελάχιστες περιοχές παρέμεναν ελεύθερες, όμως ο Κολοκοτρώνης με το γνωστό σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» εμψύχωνε τον πληθυσμό με σκοπό να μην εξαπλωθεί το «προσκύνημα».

Με δική του πρόταση, η συνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε τον ορισμό του Ιω.Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας (1827). Στήριξε τον Καποδίστρια στα χρόνια της διακυβέρνησης του και μετά τη δολοφονία του (1831) μετείχε στην τριμελή Διοικητική Επιτροπή μαζί με τον Ιω.Κωλέττη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Την εκλογή και την άφιξη του Όθωνα την αποδέχτηκε, όμως διαφώνησε με την πολιτική της Αντιβασιλείας, η οποία ήταν άλλωστε καχύποπτη απέναντι του και απέναντι στο ρωσικό κόμμα του οποίου αποτελούσε ηγετική φυσιογνωμία. Ο Κολοκοτρώνης κατηγορήθηκε για συνωμοσία εναντίον της Αντιβασιλείας και μαζί με άλλους Καποδιστριακούς δικάστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Στις 25 Μαϊου 1834 καταδικάστηκε μαζί με τον Δημ.Πλαπούτα σε θάνατο, όμως, μετά την ενηλικίωση του ο Όθωνας απένειμε χάρη στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του συμβούλου της Επικράτειας.

Ο Κολοκοτρώνης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αθήνα και το 1836 υπαγόρευσε τα Απομνημονεύματα του στον Γ.Τερτσέτη κυκλοφόρησαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις Συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836». Απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών. Το 1930 κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων, ο πρωθυπουργός Ελ.Βενιζέλος μετέφετα τα οστά του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη.

Σημείο αναφοράς της ομιλίας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα (1838) αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα:

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: Που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;» αλλά ως μια βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Έτσι αργά αλλά σταθερά η μορφή του Γέρου του Μοριά κατέλαβε τη θέση που της άξιζε στο πάνθεον των ηρώων. Η εφημερίδα Εμπρός θα γράψει σε κύριο άρθρο της: « Ο Γέρος του Μοριά δεν υπήρξεν άτομο. Υπήρξε ιδέα…. Ο Κολοκοτρώνης ήτο η Ελλάς. Ήτο ο πιστός, ο ακατάβλητος, ο φλογερός οραματιστής του ονείρου, το οποίον εσφυρηλάτησε με την θερμήν πνοή του εις ζωντανήν πραγματικότητα». Η Ελληνική Πολιτεία τίμησε και εξακολουθεί να τιμά τη μνήμη του δίνοντας το όνομά του σε πλατείες και δρόμους, φιλοτεχνώντας αγάλματα και διαδίδοντας το παράδειγμα του. Εκτιμητέα η προσπάθεια για διατήρηση της Εθνικής συλλογικής μνήμης. Τα λόγια του Γέρου του Μοριά εκφράζουν απόλυτα αυτήν ακριβώς την εθνική μνήμη: « ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του».

Το κείμενο είναι της Άννας Σπυροπούλου.

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *