«Το καινούριο μας κτίριο, χιλίων περίπου τετραγωνικών, με έδρα τα νότια προάστια θα στεγάσει τα νέα μας γραφεία. Θέλουμε να το σχεδιάσετε σε νεοκλασικό στυλ», μας είπαν.

Οι φεστιβαλικοί εορτασμοί στην Ελλάδα για την επέτειο των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση μου φέρνουν στο μυαλό τον καινούριο πελάτη που ζήτησε να ανοικοδομήσουμε το νέο κτίριο της εταιρείας του σε νεοκλασικό στυλ. «Με προδιαγραφές leed»,  συμπλήρωσαμε.

Ο κλασικισμός για την Ελλάδα ήταν ο κλασικισμός μιας Παλινόρθωσης που σφετερίστηκε την επαναστατικότητα , της αφαίρεσε το επαναστατικό περιεχόμενο και τη μετέτρεψε σε μια σκηνογραφική περιήγηση. Η αρχή για το νεοσύστατο κράτος έθεσε το πιο ισχυρό δίλημμα: οι αδιόρατες συνδέσεις της Ελλάδας με την Τουρκοκρατία έπρεπε να διαλυθούν. Η σύγκρουση ήταν βαθιά πολιτισμική [1] . Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε πάνω σε αυτό το θέμα: «…κι αν ακόμα είχαν χαθεί όλα τα ίχνη της κλασικής αρχιτεκτονικής και αν ποτέ οι Γερμανοί δεν έφερναν εδώ τον νεοκλασικισμό, οι ευαίσθητοι αρχιτέκτονες θα τον ανακάλυπταν με άλλη μορφή αλλά με την ίδια ουσία αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν το ελληνικό φως με το οποίο σε μια επιφάνεια σχετικά λεία δημιουργεί ιστορίες ολόκληρες…»[2]. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν μια ρομαντική υπόθεση. Η σκληρή αλήθεια ήταν πως ο Βαυαρός πρίγκηπας που ανεβαίνει στο θρόνο μεταφέρει στο κράτος του αυτούσιο το πολιτισμικό πλαίσιο της πατρίδας του. Η Ελλάδα μάλιστα παρακαλεί τη Δύση να επαναφέρει τον κλασικισμό στην κοιτίδα του [3].

Ο νεοκλασικισμός ως ρεύμα απορρίφθηκε από πολλούς αρχιτέκτονες και χαρακτηρίστηκε ως νόθος και κίβδηλος ρυθμός. Τα σημεία πάνω στα οποία στηρίχτηκε αυτή η άποψη είχαν να κάνουν αρχικά με την ευτέλεια  με την οποία ανατπύχθηκε στην Ελλάδα. Η ένδεια των μέσων περιόρισε πολύ την ανάδειξή του που περιορίστηκε αρκετά στα αρχιτεκτονήματα που ανοικοδομήθηκαν στο ελληνικό έδαφος σε σχέση με τα ευρωπαικά, ενώ η λιτότητα θα επηρεάσει  την μορφολογική εξέλιξη και πολυπλοκότητά του. Επίσης, η οικονομική ανέχεια του νεοσύστατου κράτους και των πολιτών του δεν αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος καθώς το εξαντλημένο έθνος δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει την αίγλη και το κλέος του ρυθμού, για αυτό περιορίστηκε σε μια σκηνογραφική αναπαράσταση ως ψευδοπρόσοψη μπροστά από τα ταπεινά αθηναικά λαικά χαμόσπιτα. Τα έργα αυτά δεν κατάφεραν να ωριμάσουν ούτε να σημάνουν άνθηση του τόπου αλλά βεβαίωσαν την ύπαρξη της αναγκαίας ατμόσφαιρας για τις ιδέες που ενσάρκωναν οι τεχνίτες εκείνοι την συγκεκριμένη περίοδο. Και τούτο, χάρις στον πόθο αναβίωσης της κλασικής εποχής. Ο νεοκλασικισμός για την Ελλάδα είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα και για αυτό στέρησε στην αρχιτεκτονική του εφαρμογή την άνθισή της. Ειδικά για τα λαικά σπίτια που έφεραν ακόμη χαγιάτια και μπαγδατί κατέληξε να είναι ένα χαρτί ταπετσαρίας. Οι  μικροαστικοί εμπειροτεχνίτες παρακολουθούσαν τις πολυτελείς κατασκευές και αντέγραφαν ό,τι τους ταίριαζε.

Συμπερασματικά, και παραλληλίζοντας το ρόλο του κράτους με αυτόν του αρχιτέκτονα απέναντι στον ρομαντικό πελάτη, αρχικά είναι χρέος να θεσπιστούν οι αρχές για την ωρίμανση ενός νέου σχεδίου που δεν κοιτάει παρελθοντολατρικά προς τα πίσω. Αντιθέτως, ο επιστήμονας – σύμβουλος έχει καθήκον να ορίσει τις παραμέτρους για την ανάπτυξη μιας κοινωνίας και ενός έργου που θα αποδώσει τα μέγιστα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα.  

Κατά δεύτερον, η αναβίωση και χρήση ενός ρυθμού δεν είναι πλέον δυνατή παρά ως μέσον αντιγραφής πουως μονάδα δεν έχει τίποτε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, παρά προσφέρεται ως υπόδειγμα δημιουργίας ενός εμπορικού brandname. 

Τέλος, οι φεστιβαλικές εκδηλώσεις χωρούν μόνο σε στιγμιότυπα και όχι ως εκφράσεις έργου. Η υποκειμενικότητα της ερμηνείας του νεοκλασικού εντείνει την λανθάνουσα προσπάθεια να εκφραστεί ο αμιγής χαρακτήρας της σύγχρονης αρχιτεκτονικής και παράλληλα της πόλης, που εμφανίζεται περισσότερο σαν αίτημα και λιγότερο σαν έκφραση κοινωνικού αντικτύπου.

[1] Ξ. Σκαρμπιά –Χόιπελ, Η μορφολογία του γερμανικού κλασικισμού (1789-1848) και η δημιουργική αφομοίωσή του από την ελληνική αρχιτεκτονική (1833-1897), Θεσσαλονίκη, 1976, σελ. 169

[2] Γ. Τσαρούχης, «Το έργο του Παρθένη», Νές Εστία, 927/1966, σελ.232.

[3] Δημήτρης Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική,  Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830-1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας, Μέλισσα, σελ. 69.

Το κείμενο είναι της Γεωργίας Τσαζή, Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π., Ειδ. Διαχείριση Μνημείων.

Για ένα σύντομο βιογραφικό της ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων της στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.