Καθώς η ανθρωπότητα διανύει την 3η δεκαετία του 21ου αιώνα, το φαινόμενο της μετανάστευσης βρίσκεται συνεχώς στην επικαιρότητα και απασχολεί τον παγκόσμιο πληθυσμό. Ένα περίεργο στοιχείο είναι ότι η χώρα μας, η Ελλάδα, έχει συνδέσει την «ταυτότητα» της με το αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα. Λόγω του «μεταναστευτικού», από τη μια πλευρά μειώνεται ο πληθυσμός της ελληνικής επικράτειας και από την άλλη αυξάνεται. Με άλλα λόγια, τόσο φεύγουν Έλληνες για να διεκδικήσουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο στο εξωτερικό, όσο και εισέρχονται άνθρωποι άλλης εθνικότητας, πλην της ελληνικής στο κράτος μας για τον ίδιο λόγο.

            Το ευρύ αυτό πρόβλημα, ενταγμένο στο πλαίσιο μιας ευρείας παγκοσμιοποίησης, υφίσταται σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία έτη ανά την υφήλιο. Σημαντικός αριθμός κυρίαρχων κρατών, αποτελούν τους τόπους εκκίνησης μιας νέας ζωής για πληθυσμούς διαφόρων εθνικοτήτων, με την ετερότητα στις κουλτούρες τους να είναι ευδιάκριτη. Αυτό δύναται να συμβαίνει για ποικίλους λόγους. Βέβαια, ο κυριότερος φαίνεται να είναι η εύρεση εργασίας για να ζήσει κανείς, να κερδίσει τα προς το ζην. Οι πληθυσμοί αυτοί στα περίφημα, με την ονομασία «πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά κράτη», συμβιώνουν και συμπορεύονται στον καθημερινό βίο, συνήθως ειρηνικά και κάποιες φορές με μικρές εντάσεις.

            Ως ένα παράδειγμα κράτους που δέχεται ροές μετανάστευσης, δύναται να χαρακτηριστεί, χωρίς ενδοιασμό, η περίπτωση του μακρινού σε εμάς, κράτους της Αυστραλίας, στην ήπειρο της Ωκεανίας, όπου διαβιεί μια από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακά ελληνικές κοινότητες. Στο «κράτος των καγκουρώ» όμως, συμβαίνει το παρακάτω σημαντικό γεγονός:  Είναι μια χώρα, που όταν χρειάζεται μετανάστες, συνήθως προς ενίσχυση του εργατικού δυναμικού της, πρώτα ζητάει, έπειτα εγκρίνει τα επιλεγέντα άτομα, και στην συνέχεια, τα υποδέχεται στην επικράτεια της. Συνήθης πύλη εισόδου αποτελούν τα διεθνή αεροδρόμια της Αυστραλίας. Έτσι, αυξάνονται ταυτόχρονα τα επίπεδα του πληθυσμού της, μέσω της ενίσχυσης του, εκ της επιστήμης της δημογραφίας, μεταναστευτικού ισοζυγίου της. Αυτοί οι άνθρωποι, με την σειρά τους, δίνουν την υπόσχεση της τήρησης των νόμων της χώρας και της γενικότερης καλής διαγωγής τους. Συμπερασματικά, η γεωγραφική της θέση ενισχύει της άριστη διαφύλαξη των συνόρων της, με αποτέλεσμα τον έλεγχο των εισερχομένων στη χώρα ατόμων.

            Περνώντας στο κυρίως θέμα του παρόντος, δεν μπορούμε, παρά να αναφερθούμε στον απόδημο ελληνικό πληθυσμό. Ο ελληνικός πολιτισμός, με μέσο επικοινωνίας την γλώσσα του, εντοπίζεται στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού ωκεανού, με κύρια πολιτισμικά κέντρα, αυτά των Η.Π.Α και του Καναδά, με μικρότερης απήχησης κέντρα, την Βραζιλία και την Αργεντινή. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο κοινότητες ελληνικής γλώσσας παρατηρούνται στην περιοχή της Αγγλίας στην Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία, καθώς και στην ευρύτερη ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Όσον αφορά την Αφρική δύο είναι οι κοινότητες με την μεγαλύτερη ιστορία: Αυτές της Νοτίου Αφρικής και της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Στην Ασία, Έλληνες διαβιούν στην Κίνα, αλλά και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου εντοπίζονται κυρίως επιστήμονες του πολυτεχνείου. Σαφώς δεν πρέπει να αμεληθεί το γεγονός ότι, το «ελληνικό στοιχείο» είναι αρκετά διασκορπισμένο ανά τον παγκόσμιο χάρτη.

            Να επισημανθεί πως, εκτός από το επίκεντρο των Η.Π.Α, στην άτυπη σύγκριση των μεγαλύτερων πληθυσμιακά ελληνικών παροικιών, την 2η θέση καταλαμβάνει η κοινότητα της μακρινής Αυστραλίας. Πρόκειται για ένα κράτος, που είναι ο ορισμός του πολυπολιτισμικού κράτους, το οποίο δε διαθέτει επίσημη γλώσσα. Η ελληνική κοινότητα συναντάται τόσο στην ανατολική της πλευρά, όπου βρίσκονται πόλεις με τους Έλληνες να αποτελούν μια από τις βασικές πληθυσμιακές ομάδες, όπως το Μπρίσμπειν, το Σίδνευ, η πρωτεύουσα Καμπέρα. Επιπλέον, ελληνικός πληθυσμός υφίσταται στο Περθ και στην Αδελαίδα. Συχνό είναι το φαινόμενο πολιτικοί ή εκλεγμένοι τοπικοί άρχοντες της Αυστραλίας να αναφέρονται στο δημόσιο λόγο με επαίνους για τον ελληνισμό.

            Ειδικότερα, αξίζει να αναφερθεί συγκεκριμένη περίπτωση. Στο νοτιοανατολικό άκρο της χώρας, εντοπίζεται η πόλη με τη μεγαλύτερη ελληνική ομογένεια του πλανήτη, η Μελβούρνη (Melbourne) της Πολιτείας της Βικτώριας, όπου το ελληνικό «στοιχείο» αποτελεί αξιέπαινη συνιστώσα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Ο ελληνισμός της Μελβούρνης όσο μπορεί ομιλεί την ελληνική γλώσσα, μια γλώσσα με την πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά. Είναι η γλώσσα, με την αποδεδειγμένη γραπτή ιστορία 34 αιώνων, που δεν ομιλείται μόνο εντός των στενών ορίων του ελληνικού κράτους, αλλά επιπλέον ακούγεται απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη, από την ελληνική ομογένεια. Για αυτή την γλώσσα, τον τρόπο επικοινωνίας, όλων των Ελλήνων και φιλελλήνων, καθιερώθηκε το 2017 από το ελληνικό κράτος η 9η Φεβρουαρίου ως η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας».

            Παρότι αποτελεί ένα απειροελάχιστο ποσοστό στα περίπου 7,8 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού, η γλώσσα διακρίνεται από μια εκτεταμένη γεωγραφική εξάπλωση. Ένα αξιοζήλευτο γλωσσικό χαρακτηριστικό παγκοσμίως, που υφίσταται, εξαιτίας των μεταναστευτικών κυμάτων Ελλήνων, κατά την διάρκεια του 20ού, αλλά και του τρέχοντος αιώνα, για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Επιπλέον, οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ των κατοικούντων στην Ελλάδα με τους ομοεθνείς τους ανά τον κόσμο, συνέβαλαν προς την ίδια κατεύθυνση. Η ελληνική, με την μορφή της λεγόμενης «Νέας Ελληνικής Γλώσσας», στις μέρες μας, ταξιδεύει σε διάφορες γωνιές της υφηλίου, από το Μόντρεαλ του Καναδά ως την Μελβούρνη της Αυστραλίας, και από την Κοπεγχάγη της Δανίας στο Κέιπ Τάουν της Νοτίου Αφρικής. «Σμιλευμένα» από γενεές και γενεές ομιλητών, τα ελληνικά, μεταφέρονται στα ελληνόπουλα, που γεννιούνται μακριά από την χώρα μας από τις παλαιότερες γενεές Ελλήνων μεταναστών. Μαθαίνουν μερικές φορές όλες τις μορφές της γλώσσας. Τα αρχαία ελληνικά, που αποτελούν το άρμα της αρχαίας ιστορίας της Ελλάδας στον σημερινό κόσμο, καθώς και τις διάφορες διαλέκτους της, όπως η ποντιακή, η κρητική ή η θρακιώτικη.

            Αυτό όμως, είναι το σημείο, που θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις παρακάτω γραμμές. Γλώσσα επικοινωνίας του ελληνισμού στην πόλη της Μελβούρνης αποτελεί η αγγλική. Ως εκ τούτου, οι γηραιότεροι Έλληνες ομογενείς, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στις περιοχές τους, αλλά και στην επικοινωνία με τους απογόνους τους, που συναντούν καθημερινά. Αυτό συμβαίνει καθώς μειώνεται, λόγω θανάτων, ο πληθυσμός των πρώτων μεταναστών, που μιλούσαν περισσότερο την ελληνική, καθώς οι νέες γενεές επικοινωνούν στην αγγλική περισσότερο ή και μόνο, επειδή έχει καθιερωθεί στον τρόπο ζωής του. Οι γηραιότεροι βέβαια καταβάλουν προσπάθειες, ώστε η γλώσσα να μεταλαμπαδευτεί στα άτομα νεαρής ηλικίας, αλλά αυτό αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα. Να επισημανθεί ότι οι ίδιοι τους επικοινωνούν στην ελληνική, καθώς δεν έχουν καταφέρει να μάθουν σε καλό επίπεδο την αγγλική.

            Ας αναφερθούμε όμως, στο τι προτείνεται να πραγματοποιηθεί στο εξής, ώστε οι νεαροί Έλληνες να μην ξεχάσουν την μητρική τους γλώσσα. Μέσω της ενασχόλησης τους με δρώμενα της τοπικής παροικίας, μπορούν να εξασκούν τη γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα, σημαντική δραστηριότητα στην διάδοση της γλώσσας, είναι η διαδικασία της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε ελληνικούς πολιτιστικούς συλλόγους, με σκοπό την διατήρηση της παράδοσης, μέρος της οποίας φυσικά είναι και η ελληνική γλώσσα. Είναι γεγονός ότι έχουν ιδρυθεί αρκετοί τέτοιοι σύλλογοι. Ωστόσο, τα νεαρά άτομα, συνήθως επιλέγουν άλλους τρόπους διασκέδασης. Δεν υπάρχει πλήρης αρνητική στάση από αυτά στους συλλόγους αυτούς. Δεν είναι όμως η αναμενόμενη.

            Ένας άλλος παράγοντας είναι η εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα. Το πρόγραμμα ελληνικών, που προσφέρει το Πανεπιστήμιο La Trobe της Μελβούρνης, το μόνο πρόγραμμα στην περιοχή της Βικτώριας, ίσως συμβάλλει προς τη διάδοση της γλώσσας, εφόσον επιλέγεται από Έλληνες ομογενείς. Μέσω της σπουδής της γλώσσας, αυτή δύναται να διατηρηθεί στην χώρα. Αξιόλογο είναι ακόμη το γεγονός της συμμετοχής παιδιών στα μαθήματα εκμάθησης της γλώσσας στα κατά τόπους ελληνικά σχολεία, κυρίως το Σαββατοκύριακο. Τα παιδιά μέσα από αυτή τη δραστηριότητα έρχονται σε «επαφή» με τη πολυδιάστατη μορφή της γλώσσας. Ανάλογα όμως με την κάθε οικογένεια, τα άτομα νεαρής ηλικίας, ίσως δεν εγγραφούν στα σχολεία αυτά. Έτσι, προτείνεται να εξευρεθεί μια ιδανική λύση σ’ αυτό, όπως οι γονείς αυτών, που αποτελούν τη 2η γενιά μεταναστών στην μακρινή αυτή χώρα, να δεχτούν τις συμβουλές των γηραιότερων επί του ζητήματος.

            Καταλήγοντας, εκτιμάται ότι η καρδιά της ελληνικής ομογένειας θα συνεχίσει να χτυπά μέσω της διατήρησης της μητρικής γλώσσας αυτής, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού, που έχει βρεθεί σε αρκετές γωνιές του πλανήτη για μια σειρά από λόγους. Είναι θεμιτό να ακούγονται τα ελληνικά στους δρόμους της Μελβούρνης και ειδικά στον αποκαλούμενο «ελληνικό δρόμο» αυτής, αλλά και κάθε πόλης του κόσμου με ελληνική παρουσία. Με αυτόν τον τρόπο, θα πραγματοποιείται η διατήρηση της ιστορικής συνέχειας του βυζαντινού πολιτισμού, καθώς και των ηθών – εθίμων, που είχαν οι Έλληνες του 1821, κληρονόμοι των οποίων αποτελούμε εμείς σήμερα. Προτείνεται να κρατήσουμε τους εθνικούς δεσμούς με την πολυπληθή «Ελλάδα»…πολύ μακριά από την Ελλάδα…


Το κείμενο είναι του Αριστείδη Ρούνη, ασκούμενου ερευνητή του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και απόφοιτου του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων της στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *