Οι Ευνοϊκές Συγκυρίες για το Αντάρτικο

 

Κατά την Επανάσταση του 1821, οι πρόγονοί μας υιοθέτησαν τον «άτακτο πόλεμο» (irregular warfare) ως το modus operandi και, παρά τις αντιξοότητες, δικαιώθηκαν για την εν λόγω επιλογή.

Μία ανάλυση της τάξης πραγμάτων τις παραμονές της Επανάστασης μαρτυρά πως όντως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκρηξη και επιτυχία ενός αντάρτικου (guerrilla war) στην ξηρά και, παραδόξως, και στην θάλασσα. Οι προϋποθέσεις αυτές σταχυολογούνται ως εξής:

 

Α) η ιδανική γεωγραφία της Ελλάδας νοτίως των Τεμπών: οι οροσειρές της ηπειρωτικής Ελλάδος (με τα δασωμένα και/ή χιονοσκεπή όρη και τα πολυάριθμα ορεινά χωριά) και το αρχιπέλαγος της νησιωτικής Ελλάδας συνιστούσαν τo ιδανικό γεωφυσικό υπόβαθρο για τη δράση των ολιγάριθμων ατάκτων. Ήδη από την εποχή του αντάρτικου των Ακαρνάνων εναντίον του στρατηγού Δημοσθένη της Αθήνας εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.) η Ελλάδα ενδείκνυτο για μία τέτοια μορφή πολέμου.

 

Β) η ύπαρξη των αναγκαίων κεφαλαίων για έναν ένοπλο αγώνα: χάρη στην άνευ προηγουμένου άνθιση της ναυτιλίας (και κατ’ επέκταση του εμπορίου) για τους υπόδουλους Έλληνες την επαύριον της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), δημιουργήθηκε η ευμεγέθης και ευκατάστατη νέα τάξη των εφοπλιστών (ή καραβοκύρηδων) στη νησιωτική Ελλάδα – πρωτίστως, στην Ύδρα, στις Σπέτσες και στα Ψαρά. Μόνο ο στόλος της Ύδρας το 1810 αριθμούσε 186 (μικρά, μεσαία και μεγάλα) σκάφη! Τα κεφάλαια της εν λόγω τάξης θα αποτελούσαν την κεφαλαιουχική βάση για την οικονομική υποστήριξη της Επανάστασης – πέραν των δωρεών από Έλληνες της Διασποράς (π.χ. Οδησσός) ή Φιλέλληνες (π.χ. Γαλλία).

 

Γ) η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: οι στάσεις του Αλή Πασά Τεπελενλή στο Βιλαέτι των Ιωαννίνων (1820-1821) και του Οσμάν Πασβάντογλου στο Βιλαέτι του Βιντίν (1794-1799) μαρτυρούσαν την προϊούσα σήψη του Μεγάλου Ασθενή του Βοσπόρου. Η Δεύτερη Εξέγερση των Σέρβων (1814-1817), μάλιστα, αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων, καθώς οι ομόδοξοι υπήκοοι της Υψηλής Πύλης εξασφάλισαν την αυτονομία τους ΧΩΡΙΣ τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων!

 

Δ) η εμφάνιση ενός σκληρού πυρήνα ατάκτων (σε ξηρά και θάλασσα): κατά τον ΣΤ’ Ρωσο-Τουρκικό Πόλεμο (1768-1774) και τους Ναπολεόντειους Πολέμους (1803-1815), οι υπόδουλοι Έλληνες ναυτικοί σε Σπέτσες, Ύδρα, Ψαρά, Κάσο, Σποράδες και Μάνη διέπρεψαν ως πειρατές–λαθρέμποροι (π.χ. ο Μιαούλης) και δημιούργησαν τον πυρήνα των θαλασσομάχων της Επανάστασης. Κατ’ αντιστοιχίαν, οι συχνές στάσεις των τοπαρχών της Υψηλής Πύλης (π.χ. Αλή Πασάς Τεπελενλής) ώθησαν την τελευταία να εξοπλίσει τους υπόδουλους και να εκτείνει τον θεσμό των χωροφυλάκων (αρματολών) σε Ρούμελη, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία (π.χ. Οδυσσέας Ανδρούτσος). 

 

Ε) η δράση μίας υπόγειας οργάνωσης: η Φιλική Εταιρία προετοίμασε το έδαφος για την Επανάσταση και, εν αντιθέσει με τις αποτυχημένες εξεγέρσεις στο παρελθόν (π.χ. τα Ορλωφικά), συντόνισε τις δράσεις των επαναστατών σε δύο «μέτωπα» (Μολδοβλαχία και Ρούμελη-Μοριάς-Κρήτη-Αιγαίο) και προετοίμασε (δια της μυστικής αποστολής των όπλων στον Μοριά) την έναρξη του αγώνα.

 

ΣΤ) η δέσμευση των κύριων στρατευμάτων της Υψηλής Πύλης σε μακρινά μέτωπα: η στάση του Αλή Πασά στο Βιλαέτι των Ιωαννίνων (1820-1821) δέσμευσε τα σημαντικότερα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε Μοριά και Ρούμελη την ώρα εκείνη που πλήθαιναν τα μηνύματα και οι φήμες περί μίας επικείμενης εξέγερσης των Ελλήνων.

 

Η) ο αυξανόμενος επαναστατικός βρασμός στη νότια Ελλάδα: Οι περιοχές της Κρήτης, της Ρούμελης και του Μοριά ομοίαζαν με πυριτιδαποθήκες έτοιμες προς ανάφλεξη τις παραμονές της εξέγερσης. Όντως, στον Μοριά το 67% της γης ανήκε σε Μουσουλμάνους (περίπου 40.000 από τους 450.000 κατοίκους), ενώ στη Ρούμελη το 50% της γης (αλλά το 90% σε Αττικο-Βοιωτία) ανήκε σε Μουσουλμάνους (περίπου 25.000 ψυχές). Στην Κρήτη δε, οι Τουρκοκρητικοί διέπρατταν ατιμώρητοι ουκ ολίγες βιαιοπραγίες εις βάρος των χριστιανών συμπατριωτών τους, με αποτέλεσμα να ενταθούν οι βίαιοι εξισλαμισμοί μεταξύ 1770 και 1821 και να αυξηθεί το ποσοστό των Μουσουλμάνων στο 40% περίπου του συνολικού πληθυσμού.

 

Ένεκα των προαναφερθέντων παραμέτρων, η Επανάσταση διέφερε ουσιωδώς έναντι των Ορλωφικών και συγκέντρωνε αρκετά υψηλότερες πιθανότητες επιτυχίας. Παραδόξως, μία από τις σημαντικότερες κατά τη διεθνή βιβλιογραφία παραμέτρους για την επιτυχία ενός αντάρτικου, η έξωθεν υποστήριξη, εξέλειπε (!) παρά τις διακηρύξεις των επαναστατών για την υποστήριξη από μη κατονομαζόμενη Μεγάλη Δύναμη (βλ. Ρωσία) και την προσπάθεια τους (στο μέτωπο της Μολδοβλαχίας) για την εμπλοκή της Μόσχας.

Πώς, λοιπόν, επέτυχε ένα τέτοιο αντάρτικο;

 

H Ιδιαιτερότητα του Αντάρτικου το 1821

 

Με την εξαίρεση της (ανεπιτυχούς) εκστρατείας στην Μολδοβλαχία, οι επαναστάτες χρησιμοποιήσαν τις δοκιμασμένες τακτικές του αντάρτικου (είτε στην ξηρά είτε στην θάλασσα) κατά του (ούτως ή άλλως εφάμιλλου ως προς την οργάνωση και τον οπλισμό) στρατού της Υψηλής Πύλης.

Τα κλέφτικα γιουρούσια σε στενωπούς την ημέρα (π.χ. Δερβενάκια) ή σε στρατόπεδα τη νύχτα (π.χ. Κεφαλόβρυσος), όπως επίσης, η τακτική της καμένης γης (π.χ. εναντίον της Στρατιάς του Δράμαλη στην Αργολίδα), απέδιδαν τα δέοντα έναντι ενός μη τακτικού στρατού σαν του Τουρκικού. Ο πρώτιστος στόχος των επαναστατών ήταν η κατατριβή του αντιπάλου (enemy attrition): ο εχθρός θα υποχρεωνόταν, δίχως την ύπαρξη ενός «κέντρου βάρους» (center of gravity) των επαναστατών προς προσβολή, να υποχωρήσει είτε άπρακτος είτε αποδεκατισμένος από τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις, τη σιτοδεία και τις επιδημίες. Ακόμη και η πολιορκητική τέχνη των επαναστατών ήταν υποτυπώδης: κυρίευαν τα φρούρια είτε δια των νυχτερινών επιδρομών (βλ. Παλαμήδη) είτε δια της «πείνας» (βλ. Μονεμβασιά).

Ακόμα και στον κατά θάλασσα πόλεμο, οι επαναστάτες χρησιμοποίησαν τις ανορθόδοξες τακτικές (βλ. πυρπολικά) κατά του υπέρτερου Οθωμανικού στόλου. Ειδικά τα πυρπολικά, που χρησιμοποιήθηκαν κατά τα Ορλωφικά (βλ. Ναυμαχία του Τσεσμέ) για πρώτη φορά, μετατράπηκαν σε φόβο και τρόμο του στόλου της Υψηλής Πύλης.

Οι όποιες εκ παρατάξεως ναυμαχίες (π.χ. η Ναυμαχία του Γέροντα) ήταν βραχύβιες και, εν συγκρίσει με τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, μη αποφασιστικές (no decisive battle). Ο πρώτιστος στόχος του στόλου των επαναστατών ήταν ο εγκλωβισμός των αντιπάλων στις ναυτικές βάσεις τους και, ως εκ τούτου, ο μη ανεφοδιασμός των υπό πολιορκία φρουρίων (βλ. Ναύπλιο ή Πάτρα). Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, οι επαναστάτες απολάμβαναν μία αδιαμφισβήτητη ναυτική υπεροχή (naval superiority) παρά την υστέρηση σε ισχύ πυρός. Η απώλεια της ναυτικής υπεροχής των επαναστατών κατά διαστήματα οδήγησε σε οδυνηρές ήττες – π.χ. Καταστροφή της Κάσου ή Πτώση του Μεσολογγίου.

Στον κατά ξηράν πόλεμο, οι επαναστάτες αποδείχθηκαν εξίσου επιτυχείς. Μέχρι την αποβίβαση στην Κρήτη και τον Μοριά του τακτικού στρατού του Ιμπραήμ Πασά, οι επαναστάτες κυριαρχούσαν σε Μοριά, Ρούμελη και Κρήτη. Πράγματι, οι Τούρκοι είχαν περιοριστεί στα εξής κάστρα: Πάτρα, Ναύπακτος, Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Οι επιτυχίες αυτές οφείλονταν στην χρήση των ανορθόδοξων τακτικών έναντι ενός υπέρτερου αντιπάλου.

Οσάκις οι επαναστάτες αναμετρήθηκαν εναντίον των υπέρτερων Οθωμανικών στρατευμάτων σε μάχες εκ παρατάξεως (ιδίως υπό την επιρροή των Φιλελλήνων), υπέστησαν βαριές ήττες (βλ. Δραγατσάνι, Πέτα, Ανάλατο, Μανιάκι). Το τακτικό στράτευμα του Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου ήταν μία απείρως ισχυρότερη απειλή όπως μαρτυρούν οι διαδοχικές νίκες κατά των επαναστατών (π.χ. Μανιάκι ή Μεσολόγγι). Οι νίκες αυτές ώθησαν ένα τμήμα των οπλαρχηγών να «προσκυνήσουν» – να συνεργαστούν, δηλαδή, με τον εχθρό είτε για ίδιον όφελος (βλ. Νενέκος) είτε προς αποφυγή των βίαιων αντιποίνων (βλ. πρόκριτοι της Ηλείας). Το κίνημα των «προσκυνημένων» (ή δωσίλογων με σύγχρονη ορολογία) απείλησε την υπόσταση της ίδιας της Επανάστασης καθώς υπονόμευσε την υποστήριξη εκ μέρους του τοπικού πληθυσμού – conditio sine qua non για την επιτυχία ενός αντάρτικου σύμφωνα με τον Μάο Τσε Τουνγκ.

 

Το Κλείσιμο ενός Κύκλου

 

Παρ’ όλο που οι αντάρτες κέρδισαν τις πρώτες μάχες κατά της Υψηλής Πύλης, ο τακτικός στρατός εν τέλει κέρδισε την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Πράγματι, ο στόλος των Τριών Δυνάμεων καταναυμάχησε τον αντίστοιχο Τουρκο-Αιγυπτιακό στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, ενώ ο τακτικός στρατός των Ελλήνων κατανίκησε στην Μάχη της Πέτρας τους Τουρκαλβανούς.

Κατά ειρωνεία της ιστορίας, ο διοικητής του τακτικού στρατού στην Μάχη της Πέτρας δεν ήταν άλλος από τον Δημήτριο Υψηλάντη – τον αδελφό του ατυχήσαντος κατά την Εκστρατεία στην Μολδοβλαχία στις αρχές Αλέξανδρου Υψηλάντη. Με Υψηλάντη ξεκίνησε η Επανάσταση στην Μολδοβλαχία, με Υψηλάντη τελείωσε στη Ρούμελη!

Το κείμενο είναι του Σπύρου Πλακούδα

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.