Το 2021 αποτελεί έτος ορόσημο για τον Ελληνισμό. Πρόκειται για την συμπλήρωση δύο αιώνων από την έναρξη του αγώνα μας για την ελευθερία. Από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 η οποία αποτελεί την κορωνίδα του αγώνα της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Οι δύσκολες συνθήκες που οφείλονται στην πανδημία του κορωνοϊού ίσως να μην μας επιτρέψουν να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια όπως επιθυμούμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, ωστόσο, είναι να σκεφτούμε πως θέλουμε να δούμε την Ελλάδα του μέλλοντος.

Θέλουμε η Ελλάδα του μέλλοντος να είναι μια Ελλάδα ισχυρή με όρους περιφερειακής, πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος. Μια Ελλάδα η οποία θα πάψει να συρρικνώνεται πληθυσμιακά, θα καινοτομεί – όχι μόνο οικονομικά –  και θα αποτελεί πυλώνα σταθερότητας σε μια περιοχή αναταραχών. Μια Ελλάδα η οποία θα καταφέρει να εξελιχθεί σε  κύριο ενεργειακό, εμπορικό, τουριστικό, ναυτιλιακό και πολιτιστικό κόμβο. Μια Ελλάδα ανεκτική και δημοκρατική η οποία θα σέβεται και θα προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Ελλάδα που ονειρεύομαι είναι μια Ελλάδα πιο ελεύθερη, πιο δημιουργική και πιο κοινωνικά ευαίσθητη. Για όλα αυτά έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Αυτό όμως το οποίο εγώ ονειρεύομαι περισσότερο είναι μια Ελλάδα η οποία θα καταφέρει να διατηρήσει τον Ελληνισμό στα διάφορα πλάτη και μήκη του πλανήτη.

Ο Ελληνισμός δεν είναι ίδιος με εκείνον των αρχών του 20ου αιώνα. Τότε η Ελλάδα δεν ήταν το κέντρο του Ελληνισμού ούτε πληθυσμιακά ούτε πολιτισμικά. Το 1900 ο Ελληνισμός ανθούσε στην Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, τον Πόντο, την Αίγυπτο, την Βόρεια Ήπειρο, την Οδησσό, την Αμπχαζία και αλλού, την ώρα που η Ελλάδα ήταν μια μικρή, φτωχή και κατεξοχήν αγροτική χώρα.

Όμως μέσα στην διαδικασία της ολοκλήρωσης της εγκαθίδρυσης ενός ομοιογενούς έθνους – κράτους, στα πρότυπα της  Δύσης, διαδικασία η οποία ξεκίνησε μετά το 1922, ο Ελληνισμός κατέστη ελλαδοκεντρικός και το ελληνικό κράτος άρχισε να παραμελεί τον εκτός Ελλάδος Ελληνισμό. Αυτό, σε συνδυασμό με καταστροφικά γεγονότα όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, η Γενοκτονία των Ποντίων, τα Σεπτεμβριανά, οι διώξεις στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν και ο διωγμός από την Αίγυπτο, οδήγησαν στην συρρίκνωση των ελληνικών κοινοτήτων στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και στον Εύξεινο Πόντο.

Σήμερα, υπάρχουν γηγενείς κοινότητες που συνδέονται με τον Ελληνισμό (οι ελληνορθόδοξες κοινότητες σε Λίβανο και Συρία) και οι ελληνικές ή ελληνόφωνες κοινότητες/μειονότητες στην Βόρεια Ήπειρο, την Κωνσταντινούπολη, την Ανατολική Ουκρανία, τον Καύκασο, την Κάτω Ιταλία και αλλού. Από την άλλη, έχουμε την ελληνική ομογένεια. Τους Έλληνες της διασποράς σε Ευρώπη, Αμερική και Ωκεανία οι οποίοι μετανάστευσαν στις περιοχές αυτές τα τελευταία 70 χρόνια.

Οι κοινότητες αυτές φθίνουν. Οι μεν ελληνικές και ελληνορθόδοξες κοινότητες συρρικνώνονται λόγω των πολέμων, των διωγμών και της μετανάστευσης, οι δε ομογενείς – ιδίως οι νεότερες γενιές – έχουν μπει σε μια διαδικασία αφομοίωσης στις κοινωνίες στις οποίες βρίσκονται. Αναγνωρίζουμε ότι η φυσική πορεία των πραγμάτων οδηγεί στην συρρίκνωση των κοινοτήτων αυτών, αλλά θεωρώ ότι ένας πυρήνας πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνει. Πιστεύω πως πρέπει, όχι μόνο να δώσουμε τον αγώνα να μην χαθούν οι κοινότητες αυτές, αλλά να πάμε και ένα βήμα παρακάτω:  η Ελλάδα πρέπει να παρουσιαστεί ως ο de facto προστάτης των κοινοτήτων αυτών.

Ένας στόχος λοιπόν είναι αυτή η διπλή πολιτική: η συγκράτηση της διασποράς και η διπλωματική και οικονομική ενίσχυση των μειονοτήτων της ευρύτερης περιοχής μας (από τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ιταλία, την Μασσαλία και την Τεργέστη) με σκοπό την προστασία τους. Πώς θα το καταφέρει η Ελλάδα αυτό; Με την άσκηση μιας στοχευμένης, ενεργής και διαδραστικής εξωτερικής πολιτικής και την υιοθέτηση μιας στρατηγικής η οποία θα βασίζεται στην λεγόμενη ήπια ισχύ και θα δίνει βαρύτητα στην εκπαίδευση, την θρησκεία και τον πολιτισμό.

Οι στόχοι της πολιτικής αυτής πρέπει να είναι συγκεκριμένοι: να καθοριστούν τομεακά προγράμματα, να υπάρχει μια στρατηγική στο πως πρέπει να οργανωθούν οι κοινότητες αυτές και στο πως θα διατηρηθεί ζωντανή η ελληνική γλώσσα. Μπορούμε και πρέπει να κάνουμε πολλά: να συμβάλλουμε στην δημιουργία ελληνικών εδρών στα πανεπιστήμια. Να επιδοτούμε μεταφράσεις των μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών. Να διαδώσουμε με καλύτερη οργάνωση τα σημαντικά έργα των κορυφαίων Ελλήνων μουσικών όπως εκείνα των Σκαλκώτα και Καρρέρ – έτσι ώστε να μην νιώθουν πολιτιστικά κατώτεροι από τους υπόλοιπους δυτικούς –  αλλά και την δημοτική παραδοσιακή μουσική, το ρεμπέτικο και γενικότερα τον ελληνικό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του.

Το ελληνικό κράτος πρέπει να βρει τρόπους να μην χαθούν οι ελληνικές κοινότητες της διασποράς. Οι Έλληνες αυτοί μπορούν να βοηθήσουν την Ελλάδα τόσο ως δυνητικοί επενδυτές όσο και ως μοχλός πίεσης στις εκεί κυβερνήσεις μέσω των οργανώσεών τους. Αν νιώθουν περήφανοι για την Ελλάδα, δεν θα έχουν την τάση να χάσουν την ταυτότητά τους.

Όσον αφορά στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μέσης Ανατολής, αυτές χρειάζονται έναν προστάτη και η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει στην επιβίωσή τους. Πρέπει να διοριστούν ειδικοί απεσταλμένοι στις πρεσβείες της Δαμασκού (όταν αυτή επαναλειτουργήσει) και της Βηρυττού για τα ζητήματα των κοινοτήτων αυτών. Επίσης, η Ελλάδα πρέπει να συνεργαστεί περισσότερο με τα Πατριαρχία Κωνσταντινούπολης, Ιεροσολύμων, Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας. Να οργανωθούν πολιτιστικές εκδηλώσεις και να γεφυρωθούν τα χάσματα μεταξύ των Πατριαρχιών και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Γενικότερα, η θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ταυτότητα όλων αυτών των κοινοτήτων (εξαιρούνται οι Έλληνες της Ιταλίας) και αυτό πρέπει να το εκμεταλλευτούμε περισσότερο. Φανταστείτε τον ελληνικό στόλο να φτάνει στα παράλια του Λιβάνου για να χαιρετήσει τους ορθόδοξους και να τους δείξει ότι η Ελλάδα είναι εκεί και τους προστατεύει. Μια συμβολική κίνηση η οποία θα δείξει τον ρόλο της Ελλάδος ως της προστάτιδας δύναμης των ελληνοθοδόξων αλλά και του ευρύτερου ρόλου της ως μιας δύναμης που έχει λόγο στα πράγματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα δημογραφικό πρόβλημα το οποίο θα της στοιχήσει ακριβά τις επόμενες δεκαετίες. Η απώλεια των ελληνικών, ελληνόφωνων και ελληνορθόδοξων κοινοτήτων θα αποτελέσει ένα ακόμη πλήγμα για τον Ελληνισμό. Η ιστορία της συνεχούς διάδρασης μεταξύ της Ελλάδας και των κοινοτήτων αυτών είναι πολύ παλιά. Τώρα που θα ξεκινήσουμε την τρίτη εκατονταετία, αυτό το παρελθόν δεν πρέπει να χαθεί οριστικά. Ήρθε η ώρα λοιπόν η στρατηγική αυτή να αποτελέσει ξανά προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Το 1821 σηματοδοτεί την αρχή της αναγέννησης του ελληνικού Έθνους. Είθε το 2021 να δώσει το έναυσμα για την αναγέννηση του Ελληνισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη.

Το κείμενο είναι του Γιώργου Μενεσιάν, διεθνολόγου.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.