Ο 20ος αιώνας υπήρξε για την Ελλάδα μία περίοδος μεγάλων γεγονότων, αναταραχών και εξελίξεων. Η αυγή του αιώνα βρήκε τη χώρα αναμεμιγμένη στους Βαλκανικούς Πολέμους τους οποίους γρήγορα διαδέχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος με τη σειρά του έφερε σεισμικές αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό στερέωμα της Ευρώπης και του κόσμου. Μοναρχίες ανατράπηκαν, αυτοκρατορίες διασπάστηκαν και καινούριες δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να αναδύονται. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι στην μέγγενη του πολέμου, αυτή τη φορά του Δεύτερου Παγκοσμίου, ο οποίος έφερε περισσότερα θύματα και συμφορές για τα έθνη του κόσμου. Για την Ελλάδα, ο πόλεμος σήμαινε μία σχεδόν τετραετή επίπονη κατοχή με καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φυσικές και πνευματικές στερήσεις αλλά και μία γενναία αντίσταση και έναν συνεχή αγώνα για την ελευθερία. Την μεταπολεμική Ελλάδα ακολούθησε μία εμφύλια σύγκρουση και ο ελληνικός λαός συνέχισε να υποφέρει αναζητώντας την ειρήνη και το μέλλον του. Μετά από μία φαινομενικά πιο ήρεμη περίοδο που διαδέχθηκε τον εμφύλιο, η νεοφυής ελληνική δημοκρατία ήρθε αντιμέτωπη με ακόμη μία ισχυρή δοκιμασία, όταν αυτή καταλύθηκε από τη δικτατορία του 1967. Το 1974 όμως, σήμανε μία καινούρια αρχή για την Ελλάδα και τη δημοκρατία. Η χώρα γνώρισε τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και μία σταδιακή άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της. Το 1981 η Ελλάδα έκανε τα πρώτα της βήματα στο ευρωπαϊκό στερέωμα, εντασσόμενη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πριν από χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία. Το τέλος του 20ου αιώνα έφερε στη χώρα ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη (αν και ένα μέρος της ήταν φαινομενικό και όχι πραγματικό) σε όλους σχεδόν τους τομείς. Ο 21ος αιώνας παρά την ευδαιμονική του αρχή με γεγονότα όπως οι Ολυμπιακοί αγώνες, γρήγορα κατέληξε να φέρει νέα προβλήματα για την Ελλάδα με την οικονομική κατάρρευση του 2008, τις συνέπειες της οποίας πολλοί Έλληνες βιώνουν ακόμα και σήμερα. Σε αυτό προστέθηκε και μία παγκόσμια υγειονομική κρίση η οποία έχει επιδεινώσει την κατάσταση και η οποία μας φέρνει στην αρχή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Αναλογιζόμενος κανείς τα παραπάνω, μπορεί να διαπιστώσει πως η Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει πολλά και της δόθηκαν λίγες ευκαιρίες για ανάπτυξη και ευημερία. Όταν όμως αυτές της δόθηκαν, έδειξε ότι μπορεί να τα καταφέρει και να προοδεύσει ακόμα και εάν είχε κάποια ελλαττωματικά σημεία. Συνοψίζοντας τα εμπόδια που η Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει, μπορούν να εντοπιστούν τρία κοινά χαρακτηριστικά: έλλειψη ειρήνης, δημοκρατίας και συνοχής. Αυτά με τη σειρά τους οδηγούν στην έλλειψη οράματος, σχεδιασμού, οργάνωσης και φυσικά πολλά άλλα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά. Το γεγονός αυτό, έχει διαχρονικά αφήσει τους Έλληνες με μία αίσθηση πικρίας, έλλειψης εμπιστοσύνης στον κρατικό μηχανισμό και κυριότερα έλλειψη ελπίδας για το μέλλον.

Η επιδίωξη όμως του παρόντος άρθρου είναι να  παρουσιάσει μία διαφορετική, ελπιδοφόρα οπτική και να προτείνει μία προσέγγιση για την επίτευξη μίας βιώσιμης και μακροχρόνιας ανάπτυξης της οικονομίας και αναγέννησης της ελληνικής κοινωνίας, καθώς τα δύο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ξεκινώντας την ανάλυση λοιπόν, πρέπει να τονισθεί πως για να πετύχει οικονομικά ένα κράτος σε ένα διασυνδεδεμένο, ανοιχτό και καπιταλιστικό μοντέλο παγκόσμιας οικονομίας, επιβάλλεται ρεαλιστικός σχεδιασμός, ισχυρές διεθνείς σχέσεις και διασυνδέσεις, εμπιστοσύνη από τους εμπορικούς εταίρους, αλλά το κυριότερο συστατικό είναι να βρεθεί ένα στοιχείο διαφοροποίησης και συγκριτικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες.

Εστιάζοντας στην Ελλάδα, αξίζει να εξετασθεί αρχικά η παρούσα δομή της ελληνικής οικονομίας. Προφανώς ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της οικονομίας είναι ο τουρισμός. Η εύκολη διασύνδεση της Ελλάδας με διεθνείς προορισμούς, ενισχύει και βελτιώνει κάθε χρόνο τη βιομηχανία του τουρισμού αποφέροντας αυξανόμενα έσοδα στο ελληνικό κράτος.  Από μία διαφορετική οπτική όμως, η Ελλάδα έχει για τον ίδιο λόγο, μεγαλύτερο ανταγωνισμό από πολλούς και πλέον εύκολα προσβάσιμους προορισμούς. Επίσης χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία προσφέρουν παρόμοιες εμπειρίες στους ταξιδιώτες. Επιπρόσθετα, χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν τουριστικούς προορισμούς ολόκληρο το χρόνο, σε αντίθεση με τον κυρίως εποχιακό τουρισμό της Ελλάδας. Για το λόγο αυτό μεταξύ άλλων, ενώ πάντα ο τουρισμός θα αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας, η Ελλάδα πρέπει να στραφεί σε άλλες επιλογές για τη διαφοροποίηση και την ανάπτυξη της. Εξετάζοντας τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ως πιθανό εξαγωγικό προϊόν, μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει ότι, ενώ το περιθώριο κέρδους είναι υψηλότερο από αυτό της παραγωγικής βιομηχανίας (~50% έναντι ~12% κατά προσέγγιση), η χώρα είναι πολύ δύσκολο να ανταγωνιστεί με τα χρηματοοικονομικά κέντρα της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, της Σιγκαπούρης, της Φρανκφούρτης και του Παρισιού.

Αντίθετα με τα προαναφερθέντα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να σχεδιάσει ένα οικονομικό μοντέλο για το μέλλον, βασιζόμενη στην εξής τριπλέτα παραγόντων: ήδη υπάρχοντα κεφάλαια, προσόντα και σχέσεις, γεωγραφία, όπως επίσης καινοτομία και τεχνολογία.

Αναλύοντας τα υπάρχοντα κεφάλαια της χώρας, μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως αυτή κατέχει σημαντικές δυνατότητες στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής και επεξεργασίας προϊόντων. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός πως οι σημαντικότερες κατηγορίες προϊόντων που εξάγει η Ελλάδα περιλαμβάνουν προϊόντα τροφίμων, ποτών και καπνοπαραγωγής (15.1%),  αγροτικά και προϊόντα αλιείας (11.8%), προϊόντα μεταλλουργίας και βαριάς βιομηχανίας (11.4%), όπως επίσης προϊόντα διύλισης αργού πετρελαίου (10.5%) (Economakis et. al., 2015). Ο τομέας της παραγωγής λοιπόν, ήδη συνεισφέρει σημαντικά στην ελληνική οικονομία και από την άποψη του ΑΕΠ αλλά και δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως υπάρχουν ήδη διεθνείς συνεργασίες και εμπιστοσύνη, όπως επίσης και ανεπτυγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες μεταξύ Ελλάδας και εμπορικών εταίρων. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και η εξαιρετική φήμη μοναδικών και προστατευμένης προέλευσης προϊόντων, όπως το ελληνικό γιαούρτι και η φέτα, δημιουργώντας ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστών για τη χώρα. Η Ελλάδα πρέπει λοιπόν να συνεχίσει δυναμικά και να χρησιμοποιήσει τα παραπάνω σαν τη βάση της πυραμίδας, επάνω στην οποία θα χτίσει την οικονομία του μέλλοντος της. Για την επίτευξη αυτού του στόχου η χώρα μπορεί να είναι βέβαιη πως μπορεί να βασιστεί σε πολυετή εμπειρία ανθρώπων στη γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία αλλά και σε μία πληθώρα νέων Ελλήνων επιστημόνων και μηχανικών υψηλού επιπέδου, οι οποίοι μπορούν να αναβαθμίσουν τις διαδικασίες παραγωγής και επεξεργασίας, επιτυγχάνοντας έτσι το βέλτιστο και πιο οικονομικά συμφέρον αποτέλεσμα. Για να στεφθεί το παραπάνω εγχείρημα με επιτυχία όμως, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εκσυγχρονιστούν σε πολλαπλά επίπεδα. Για παράδειγμα, οι εγκαταστάσεις παραγωγής θα πρέπει να τηρούν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ακολουθώντας πιστά τις παγκόσμιες προδιαγραφές και εξελίξεις. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επενδύσουν σε λογισμικά υψηλής τεχνολογίας τα οποία θα επιτρέπουν στους εργαζομένους να παρατηρούν την παραγωγή, να επεμβαίνουν με το βέλτιστο τρόπο αλλά και να αλλάξουν τις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις που λαμβάνονται μέσα από μελέτες, πληροφορίες και δεδομένα που έρχονται από την παραγωγή και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Όλα τα παραπάνω όμως θα είναι μόνο η αρχή του νέου οικονομικού μοντέλου. Το κλειδί για την μελλοντική ευημερία της χώρας είναι η εισροή επενδύσεων από το εξωτερικό. Φυσικά, οι επενδύσεις  μπορούν να έχουν πολλές μορφές, αλλά το άρθρο αυτό επικεντρώνεται στις επενδύσεις οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγική ισχύ της Ελλάδας. Η πρώτη δράση της χώρας για την προσέλκυση τους πρέπει να έρθει από την κυβέρνηση, χαμηλώνοντας τη φορολογία για νέες επενδύσεις, δημιουργώντας έτσι ένα ελκυστικό περιβάλλον για μεγάλες εταιρίες οι οποίες σχεδιάζουν το επόμενο βήμα για την παραγωγική τους βάση. Το ελκυστικό περιβάλλον όμως, είναι απλώς το πρώτο βήμα και είναι κάτι που άλλα κράτη μπορούν επίσης να δημιουργήσουν. Το πρόσθετο χαρακτηριστικό που πραγματικά διαφοροποιεί την Ελλάδα είναι η γεωγραφική της θέση. Βρισκόμενη στη μεσόγειο, η χώρα επωφελείται από ένα ήπιο κλίμα και από πολλές ηλιόλουστες ημέρες κάθε χρόνο. Το γεγονός αυτό φέρνει τη χώρα στη θέση να μπορεί να επενδύσει στην χρήση ηλιακής ενέργειας στη βιομηχανία και να ενθαρρύνει και νέους επενδυτές να κάνουν το ίδιο. Η ηλιακή ενέργεια είναι μία από τις βασικές πηγές ανανεώσιμης ενέργειας και η IRENA αναφέρει πως 1.3 EJ ηλιακής θερμικής ενέργειας θα μπορεί να παραχθεί σε παγκόσμια βάση μέχρι το 2030 (Kempener & Saygin, 2014). Στο ίδιο άρθρο αναφέρει πως το κόστος μετατροπής της ηλιακής ακτινοβολίας σε θερμική ενέργεια για βιομηχανικές εφαρμογές θα μειωθεί κατά 40% μέχρι το 2030 (Kempener & Saygin, 2014). Το γεγονός αυτό μπορεί να ενισχύσει σημαντικά και να καταστήσει πολύ πιο συμφέρουσα τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας για κάθε είδους παραγωγική διαδικασία στη χώρα. Συμπληρωματικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αιολική και άλλες μορφές ανανεώσιμης ενέργειας και σταδιακά το ποσοστό χρήσης καθαρής ενέργειας, σε σχέση με τη συνολική, να ανέβει σε επίπεδα μεγαλύτερα του 50%. Με τη σειρά του, αυτό θα καταστήσει την Ελλάδα ένα πράσινο και ανανεώσιμο κέντρο στην Ευρώπη. Κατά αυτόν τον τρόπο, η χώρα θα είναι πρωτοπόρος στην επίτευξη των κλιματικών στόχων του “Paris Agreement” και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα δημιουργηθεί έτσι, ένα τεράστιο κίνητρο για εγχώριες αλλά και πολυεθνικές εταιρίες να μεταφέρουν τμήματα ή και ολόκληρη την παραγωγή τους στην Ελλάδα, συμμορφούμενες με τους κλιματικούς στόχους και νομοθεσίες. Τα οφέλη όμως της γεωγραφικής θέσης της χώρας δεν σταματούν στην ενέργεια. Η Ελλάδα, έχοντας ήδη εξασφαλίσει μοντέρνες εγκαταστάσεις, χαμηλή φορολογία και φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή, μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος στις εφοδιαστικές αλυσίδες των εταιριών. Για παράδειγμα, μια μεγάλη εταιρεία αυτοκινήτων αντί να κατασκευάζει αυτοκίνητα στην κεντρική Ευρώπη και στη συνέχεια να τα εξάγει στην Ινδία και την Κίνα, θα μπορεί να δημιουργήσει εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, όπου θα γίνεται είτε η τελική συναρμολόγηση είτε και ολόκληρη η παραγωγή, όπως επίσης και η τελική προσαρμογή εξαρτημάτων για την δημιουργία των διαφορετικών εκδόσεων ενός μοντέλου αυτοκινήτου. Έπειτα, χρησιμοποιώντας τους λιμένες του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, μπορεί απευθείας να τα μεταφέρει μέσω θαλάσσης και διώρυγας του Σουέζ, στον ινδικό ωκεανό και έπειτα στον τελικό τους προορισμό, υπερπηδώντας την ανάγκη επίγειας μεταφοράς από την κεντρική Ευρώπη στο κοντινότερο λιμάνι και την πολύ μεγαλύτερη απόσταση μεταφοράς από τη βόρεια θάλασσα, στον ίδιο τελικό προορισμό. Σε αυτό προστίθενται και τα περιβαλλοντικά οφέλη, καθιστώντας την επιλογή της Ελλάδας ιδανική.

Το τρίτο στοιχείο στο οποίο πρέπει να επικεντρωθούν οι προσπάθειες της χώρας, είναι η τεχνολογία και η καινοτομία. Από τα δύο, ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον θα έχουν το Artificial Intelligence (Τεχνητή Νοημοσύνη) γνωστό και ως ΑΙ και τα  Big Data (Μαζικά Δεδομένα). Είναι γνωστό και πλέον ευρέως αποδεκτό, πως κατέχοντας και μελετώντας τα μαζικά δεδομένα, οι εταιρίες μπορούν να παίρνουν σωστές και ενημερωμένες αποφάσεις, όπως επίσης να αυξήσουν την αποδοτικότητα τους. Επιπρόσθετα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συνεισφέρει επιπλέον στον σκοπό της αποδοτικότητας, καθώς τέτοια λογισμικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αυτοματοποίηση τμημάτων της παραγωγής, αυξάνοντας έτσι το ρυθμό και πολλές φορές την ποιότητα παραγωγής. Όπως αναφέρει σε άρθρο της η PWC, 34% των διευθυνόντων συμβούλων εταιρειών βιομηχανικής παραγωγής που συμμετείχαν σε έρευνά της, δήλωσαν πως λαμβάνουν μέτρα για περισσότερη χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε όλο το φάσμα της παραγωγής (Reinhard et. al., 2020). Οφέλη για εταιρείες μεταξύ άλλων, μπορεί να είναι η αυξημένη ταχύτητα παραγωγής ή ακόμη και η ακριβής πρόβλεψη για το χρονικό σημείο που κάποιο κομμάτι του εξοπλισμού θα χρειαστεί επισκευή. Η Ελλάδα πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτήν την τάση και να γίνει ελκυστικός προορισμός και από αυτήν την άποψη. Θα πρέπει λοιπόν να επιταχυνθεί η κατασκευή υπερσύγχρονών κέντρων έρευνας και ανάπτυξης, επικεντρωμένων σε αυτές τις αναδυόμενες τεχνολογίες. Το εγχείρημα αυτό χρειάζεται αρχικά μεν χρηματοδότηση από την κυβέρνηση και τον ιδιωτικό τομέα, αλλά το σημαντικότερο στοιχείο, που είναι οι νέοι απόφοιτοι θετικών σχολών, υπάρχει ήδη και μάλιστα σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό. Πρόσφατες επενδύσεις, όπως αυτή της Pfizer στη Θεσσαλονίκη, αποδεικνύουν ήδη σε ένα αρχικό βαθμό την εμπιστοσύνη που οι εταιρείες είναι διατεθειμένες να δείξουν στο ταλέντο και τις ικανότητες που ήδη υπάρχουν στη χώρα. Φυσικά, τα ερευνητικά κέντρα δεν επαρκούν από μόνα τους. Η χώρα πρέπει να εξετάσει την ενίσχυση και αναμόρφωση πανεπιστημιακών σχολών (ή και ίδρυση νέων ιδρυμάτων), στον πυρήνα των οποίων θα βρίσκονται τα μαζικά δεδομένα, η τεχνητή νοημοσύνη, η μηχανική λογισμικού, η διοίκηση επιχειρήσεων αλλά και όλες οι παραδοσιακές πολυτεχνικές σχολές. Με αυτόν τον τρόπο η χώρα μπορεί να γίνει η πρώτη επιλογή για επενδύσεις που βασίζονται στην υψηλή τεχνολογία και τεχνογνωσία, ένα σημαντικό κομμάτι των οποίων είναι η υπερσύγχρονη παραγωγή οποιουδήποτε προϊόντος.

Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα παραπάνω, το άρθρο αυτό υποστηρίζει πως η Ελλάδα εκμεταλλευόμενη και βελτιώνοντας αυτά στα οποία ήδη έχει επιτυχία και συνδυάζοντας τα με μείωση της φορολογίας για νέες παραγωγικές επενδύσεις, δημιουργία της υποδομής για ανανεώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή και κερδίζοντας το ρόλο του επιστημονικού και τεχνολογικού κέντρου της Ευρώπης, μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για σημαντική και μακροχρόνια οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως τα παραπάνω δεν έχουν ως μοναδικό τους στόχο την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και την ελληνική κοινωνία. Με νέες και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και προοπτική για το μέλλον, οι νέοι Έλληνες που αναμφίβολα αποτελούν το μεγαλύτερο κεφάλαιο αλλά και το μέλλον της χώρας, θα μπορούν ξανά να στραφούν με αισιοδοξία την πατρίδα τους για εργασία, για να ξεκινήσουν τη δική τους οικογένεια αλλά και να ελπίζουν για ένα ακόμα καλύτερο μέλλον για τις γενιές που θα έρθουν.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Economakis, G., Markaki, M., Anastasiadis, A. (2015). Structural Analysis of the Greek Economy. Review of Radical Political Economics, 47, pp. 424-445. 10.1177/0486613414542779

Kempener, R. and Saygin, D. (2014). Renewable Energy in Manufacturing; A technology roadmap for Remap 2030. [pdf] IRENA, Available at: https://www.irena.org/publications/2014/Jun/Renewable-Energy-in-Manufacturing

Reinhard, G., Jaruzelski, B., Khurana, A., Mueller, M., Pillsbury, S. (2020). Industrial manufacturing trends 2020: Succeeding in uncertainty through agility and innovation. [pdf] PWC, Available at: www.pwc.com/industrial-manufacturing-trends-2020

Το κείμενο είναι του Σάββα Χρυσόπουλου, οικοκονικού αναλυτή.

Για ένα σύντομο βιογραφικό του ανατρέξτε εδώ και για τη συλλογή όλων των κειμένων του στο ΕλλάδαTheProject, εδώ.